Ερευνητική δημοσιογραφία και ηθικά διλήμματα

της Ηλιάνας Γιαννούλη

Who what where when why how. Journalism news concept

Η αποκάλυψη των Panama Papers ξαναφέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα της ερευνητικής δημοσιογραφίας και της δημοσιογραφικής ηθικής. Μπορεί να υπάρξει πραγματικό δημοσιογραφικό λαυράκι (scoop) χωρίς οι δημοσιογράφοι να χρησιμοποιήσουν αμφιλεγόμενες μεθόδους και τελικά πόση αξία έχει μια συνταρακτική αποκάλυψη που έρχεται στο φως της δημοσιότητας μέσα από υπόγειες και δαιδαλώδεις διαδρομές που αποτελούν γνώρισμα  του ίδιου «σκοτεινού συστήματος» που υποτίθεται ότι αποσκοπεί να ξεσκεπάσει;

Μολονότι δεν υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός ορισμός της ερευνητικής δημοσιογραφίας, οι περισσότερες προσπάθειες νοηματοδότησης του όρου αναγνωρίζουν ότι η έρευνα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο αυτής της μορφής δημοσιογραφίας και μάλιστα προϋποθέτουν ότι η δημοσιογραφική έρευνα εστιάζεται σε θέματα τα οποία κάποιοι (οργανισμοί ή πρόσωπα) που συνήθως ελέγχουν τα κέντρα εξουσίας επιθυμούν να μην γίνουν γνωστά στο ευρύ κοινό (Vehkoo, 2013, Fleeson, 2000).

Η πεμπτουσία της ερευνητικής δημοσιογραφίας είναι τα «σκάνδαλα». Η ερευνητική δημοσιογραφία «πρέπει» πρώτα να παρουσιάσει ένα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος και στη συνέχεια να μπορέσει να δημιουργήσει δημόσια αγανάκτηση για αυτό. Αυτό προϋποθέτει  ότι το «σκάνδαλο» εμπεριέχει γεγονότα, πράξεις ή λόγια  που έρχονται σε σύγκρουση με τους νόμους της ηθικής και η αποκάλυψή του προκαλεί την έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης, η οποία επιθυμεί την τιμωρία των ενόχων. Με άλλα λόγια, η ερευνητική δημοσιογραφία επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό των ΜΜΕ ως «τέταρτη εξουσία» και αποδεικνύει έμπρακτα τον ελεγκτικό τους ρόλο στο κοινωνικο-πολιτικό σύστημα (Forbes, 2005, σ.5-6).

Όπως παρατηρεί o Βauer (2005) από τη μία πλευρά, η γλώσσα της ερευνητικής δημοσιογραφίας είναι πολύ σαφής, αποκαλύπτοντας έτσι πληροφορίες που διαφορετικά θα έμεναν κρυφές, ενώ από την άλλη πλευρά λειτουργεί σε ένα λιγότερο συνειδητό επίπεδο, εισάγοντας νέα σχήματα σκέψης στους αναγνώστες, χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό από τους τελευταίους. Και οι δύο αυτές πτυχές έχουν ισχυρό αντίκτυπο στην κοινή γνώμη, καθώς καθιστώντας τις πληροφορίες προσβάσιμες στο ευρύ κοινό η ερευνητική δημοσιογραφία κατορθώνει να τραβήξει την προσοχή του κοινού και στη συνέχεια να προκαλέσει την δημόσια  αγανάκτηση μέσω της αποκάλυψης του σκανδάλου.

Παράλληλα, όμως, μεταφέροντας συγκαλυμμένα νοήματα κατορθώνει να αλλάξει παγιωμένες στάσεις και να θέσει σε δοκιμασία τα κυρίαρχα σχήματα ερμηνείας, ώστε και οι δύο αυτές πλευρές από κοινού να συμβάλλουν στην κατασκευή νέων πραγματικοτήτων και με αυτόν τον τρόπο να καθίσταται δυνατή η αντίσταση απέναντι στο διαφθαρμένο πολιτικό σύστημα και στο σύστημα συγκάλυψης της πολιτικής διαφθοράς, ήτοι τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ (Bauer, 2005, σ.10-11)

Η ερευνητική δημοσιογραφία παρά τον αναμφισβήτητα χρήσιμο ελεγκτικό της ρόλο βρίσκεται συχνά αντιμέτωπη με ενδογενείς και εξωγενείς περιορισμούς. Η εμπορευματοποίηση των ειδήσεων και η ανάγκη για άμεση και εύπεπτη ειδησεογραφία στερεί από τους δημοσιογράφους τούς πόρους, αλλά και τον χρόνο που απαιτεί κάθε απόπειρα εις βάθος διερεύνησης των γεγονότων. Eπιπλέον, η ιδεολογική γραμμή κάθε μέσου λειτουργεί ως «φίλτρο» για το ποιες ειδήσεις «επιτρέπεται» να δουν το φως της δημοσιότητας (Bauer, 2005, σ.12-14.)

Ακόμη, όμως κι αν οι δημοσιογράφοι κατορθώσουν να σπάσουν τα στεγανά αυτού του προβληματικού συστήματος ενημέρωσης, συχνά έχουν να αντιμετωπίσουν την δυσπιστία των πολιτών, οι οποίοι αν και στηρίζουν την ερευνητική δημοσιογραφία αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τις αμφιλεγόμενες μεθόδους συλλογής πληροφοριών και αξιολογούν την δημοσιογραφική έρευνα λαμβάνοντας υπ’ όψιν και την ηθική του δημοσιογράφου (Νοrd, 2007, σ.518).

Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι ειδησεογραφικοί οργανισμοί αν και αναγνώρισαν τη δυναμική και τον ρόλο που θα μπορούσαν να παίξουν στο πεδίο της σύγχρονης ελεύθερης, συμμετοχικής  και αδέσμευτης ενημέρωσης οργανισμοί τύπου Wikileaks, αρνήθηκαν να τους  δεχτούν στους κόλπους της παραδοσιακής ερευνητικής δημοσιογραφίας. Τα Wikileaks, αποτελούν ένα ακόμη εργαλείο συλλογής πληροφοριών στα χέρια του έμπειρου, επαγγελματία δημοσιογράφου, ο οποίος θα αναλάβει να διερευνήσει περαιτέρω την εγκυρότητα και τους σκοπούς δημοσιοποίησης των εκάστοτε εγγράφων που έχουν διαρρεύσει, «επενδύοντας» μεν στο ερευνητικό αυτό «εγχείρημα», αλλά και βασιζόμενος στις αρχές της διασταύρωσης των στοιχείων, της λογοδοσίας και της διαφάνειας που αποτελούν το θεμέλιο λίθο της δημοσιογραφικής πρακτικής (Wahl-Jorgensen, 2014ž Hindman & Thomas, 2013).

Σε μια από τις πιο σφοδρές κριτικές σχετικά με τις πρακτικές και την ηθική των Wikileaks, η Somerville (2010) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να υπάρχει μια ηθική αιτιολογία που να δικαιολογεί την αποκάλυψη όσων έπρεπε να μείνουν κρυφά. Το γεγονός ότι η τεχνολογία καθιστά δυνατές τέτοιες αποκαλύψεις δεν αποτελεί από μόνη της ηθικό επιχείρημα. Και ίσως, όπως παρατηρεί o Beckett (2011) το ερώτημα δεν είναι αν τα Wikileaks μπορούν να ενταχθούν στο δημοσιογραφικό παράδειγμα, όπως το γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, αλλά ποιο είδος δημοσιογραφίας δημιουργούν τα WikiLeaks και ποια θα μπορούσε να είναι η απάντηση της παραδοσιακής ερευνητικής δημοσιογραφίας σε αυτό που προσφέρουν τα Wikileaks.

Από την άλλη πλευρά, τα Panama Papers που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας από τη Διεθνή Κοινοπραξία  Ερευνητικών Δημοσιογράφων  (ICIJ) μολονότι χαρακτηρίστηκαν μεταξύ άλλων ως η «αποκάλυψη του αιώνα» και η «μεγαλύτερη διαρροή στην ιστορία», αποδεικνύοντας τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν από τη διακρατική δημοσιογραφική συνεργασία  επικρίθηκαν από τα Wikileaks, εξαιτίας ακριβώς της επεξεργασίας των εγγράφων σύμφωνα με τους κανόνες της παραδοσιακής δημοσιογραφίας.

Κι αν για τον διευθυντή του ICIJ, Gerard Ryle, η «επεξεργασία» και η απόκρυψη μέρους των εγγράφων αποσκοπούσε στην προστασία προσωπικών δεδομένων μη δημοσίων προσώπων, για τα Wikileaks τα πραγματικά κίνητρα της επιλεκτικής παρουσίασης του αποκτηθέντος υλικού και της συνεργασίας του ICIJ με συστημικά ΜΜΕ μπορούν εύκολα να γίνουν αντιληπτά αν εστιάσουμε στην προκλητικά δυσανάλογη παρουσίαση υποθέσεων που προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

«Αν λογοκρίνεις περισσότερο από το 99% των εγγράφων τότε ασχολείσαι με τη δημοσιογραφία στο 1%» δημοσίευσαν σε ένα από τα tweets των ημερών τα Wikileaks υποστηρίζοντας για ακόμη μια φορά το δικαίωμα του κοινού να γνωρίζει την αλήθεια, «χωρίς φιλτράρισμα».

Αναμφισβήτητα, η ερευνητική δημοσιογραφία κινείται πλέον σε μια οριστική ρήξη με το παλιό, χωρίς όμως να έχουν χαρτογραφηθεί τα όρια και οι επιπτώσεις του καινούριου. Τα Wikileaks έχουν κατορθώσει να «ταρακουνήσουν» τα νερά της ερευνητικής δημοσιογραφίας, υπενθυμίζοντας στους δημοσιογράφους πώς μια από τις βασικές πτυχές του λειτουργήματος της δημοσιογραφίας είναι να «ρωτάει τις δύσκολες ερωτήσεις» ψάχνοντας για ουσιαστικές απαντήσεις. Την ίδια στιγμή όμως, η συνεργασία των Wikileaks με τα παραδοσιακά ΜΜΕ αποδεικνύει ότι όσο κι αν η τεχνολογία επιτρέπει την  ευκολότερη απόκτηση επίμαχων πληροφοριών, η ανάγκη για νοηματοδότηση αυτού του υλικού είναι απαραίτητη προκειμένου να χτιστεί μια «καλή ιστορία» που θα έχει ενδιαφέρον και νόημα για το κοινό.

Οι αρχές της διαφάνειας και της ελεύθερης απρόσκοπτης ενημέρωσης που αναβίωσαν μέσα από τα Wikileaks πρέπει να συνδυαστούν με τις παραδοσιακές αξίες της τεκμηρίωσης της κλασσικής ερευνητικής δημοσιογραφίας. Μια από τις μεγαλύτερες νίκες που ευαγγελίζεται η δημοκρατία είναι ότι δίνει στους πολίτες τη δυνατότητα να χειρίζονται την αλήθεια. Τα Wikileaks είναι αναντίρρητα ένας παράγοντας αλλαγής στον  τρόπο όχι μόνο ενημέρωσης, αλλά και ανάληψης δράσης από την κοινή γνώμη (Dreyfus et al, 2011).

Και μπορεί η συζήτηση για το αν το νόμιμο είναι και ηθικό να απασχόλησε και τα εγχώρια ΜΜΕ, ωστόσο κι αν το μη νόμιμο είναι εξ ορισμού ανήθικο φαίνεται να μπαίνει στο τραπέζι της διεθνούς συζήτησης για το μέλλον της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Αλλά πριν υιοθετήσει κανείς το δόγμα του ο «σκοπός αγιάζει τα ΜΜΕ» θα ήταν σκόπιμο να εξετάσει τα κίνητρα των νέων πληροφοριοδοτών που  ξεπηδούν μέσα από τις μορφές συμμετοχικής δημοσιογραφίας, υπερασπιζόμενοι το δικαίωμα του κοινού στην «ελεύθερη» ενημέρωση (Dreyfus et al, 2013).

Bιβλιογραφία

Bauer, D., (2005) “Investigative Journalism as a Means of Resistance: A Linguistic Analysis”, B A Seminar Paper. Προσβάσιμο:http://www.davidbauer.ch/wp-content/uploads/2008/01/investigative_journalism.pdf.%5BΗμερομηνία Πρόσβασης: 9/5/2016].

Beckett, C. (2011) “WikiLeaks as journalism” in Polis (25/5/2011). Προσβάσιμο: http://blogs.lse.ac.uk/polis/2011/06/25/wikileaks-as-journalism-2.[Ημερομηνία Πρόσβασης: 9/5/2016].

Dreyfus, S., Lederman, R., Bosua, R. & Milton, S. (2011) “Can We Handle the Truth? Whistleblowing to the Media in the Digital Era”, Global Media Journal (Australian Edition), vol. 5, no. 1, pp.157-165.

Dreyfus, S., Lederman, R., Brown, A. J., Milton, S., Miceli, M. P., Bosua, R., Clausen, A. & Schanzle, J. (2013) “Human Sources: The Journalist and the Whistle-blower in the Digital Era”, in Tanner, S. & Richardson, N. (Eds.), Journalistm Research and Investigation in a Digital World , Oxford University Press, pp. 48-61.

Fleeson, L., (2000) Ten steps to investigative reporting, (Washington, DC: International Center for Journalist).

Forbes, D., (2005) A watchdog’s guide to investigative reporting, (Johannesburg: Konrad Adenauer Stiftung).

Hindman, E. B. & Thomas, R. J. (2014) “When old and new media collide: The case of WikiLeaks”, New Media & Society, vol. 16, pp. 541–558.

Nord, L., (2007) “Investigative Journalism in Sweden: A not so noticeable noble art”, Journalism: Theory, Practice & Criticism, vol. 8 no. 5, pp. 517-521.

Somerville, M. (2010) “WikiLeaks: an Ethical Analysis in MercatorNet (11/12/10). Προσβάσιμο: http://www.mercatornet.com/articles/view/WikiLeaks_wikileakers_and_wiki-ethics/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12/5/2016].

Vehkoo, J., (2013) Crowdsourcing in Investigative Journalism, (Oxford: Reuters Institute for the Study of Journalism).

Wahl-Jorgensen, K., (2014) “Is Wikileaks challenging the paradigm of journalism? Boundary work and beyond”, International Journal of Communication., vol 8, pp. 2581–2592.

 

 

Advertisements