Απόπειρες «ευταξίας»

Στέλιος Παπαθανασόπουλος

Το τηλεοπτικό πεδίο της Ελλάδας, όπως και σε άλλες χώρες, στην τελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα αναδιατάχθηκε πλήρως όσον αφορά στη δομή και τη λειτουργία του, καθώς με την είσοδο των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, στα τέλη του 1989, καταργήθηκε το μονοπώλιο της κρατικής τηλεόρασης. Μπορεί το τηλεοπτικό σύστημα της χώρας να έχει αναδιαταχθεί, δεν έχει όμως σταθεροποιηθεί, αφού έως τις μέρες μας κανένας σταθμός δεν έχει λάβει επίσημη άδεια λειτουργίας. Από την άλλη πλευρά, κάθε κόμμα που αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση ανάμεσα στους νόμους που προωθεί και ψηφίζει είναι κι ένας που επιχειρεί να θέσει σε τάξη το τηλεοπτικό πεδίο. Την άνοιξη του έτους που διανύουμε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δρομολόγησε τη διαδικασία χορήγησης των τηλεοπτικών αδειών εθνικής εμβέλειας (κι αργότερα ραδιοφωνικών) προκαλώντας την αντιπαράθεση της πλειοψηφίας ενδιαφερομένων μερών.

Είναι γνωστό ότι η ελληνική ραδιοτηλεοπτική αναδιάταξη δεν έγινε με βάση κάποιο ολοκληρωμένο πρόγραμμα, ή με κάποια ολοκληρωμένη οικονομοτεχνική μελέτη που θα διαπίστωνε ή θα προέβλεπε τα διαθέσιμα οικονομικά μεγέθη ή έστω τη δυνατότητα της αγοράς να καλύψει οικονομικά το πλήθος των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, χωρίς να επιφέρει επιζήμιες επιπτώσεις σε ολόκληρο το πεδίο των ΜΜΕ. Αντίθετα, όπως όλοι γνωρίζουμε, έγινε απρογραμμάτιστα, χωρίς υποδομή, πρόβλεψη ή σχεδιασμό. Στην ουσία, εξέφραζε πολιτικές σκοπιμότητες, και υπαγορευόταν από διαθέσεις εντυπωσιασμού.

Ωστόσο, η «άνθηση» των ηλεκτρονικών μέσων συνέβαλε στη ριζική μεταμόρφωση του επικοινωνιακού πεδίου της χώρας, μια μεταμόρφωση που ήταν εν πολλοίς αναπόφευκτη, καθώς οι εξελίξεις στην τεχνολογία και η ευρωπαϊκή εμπειρία συνιστούσαν ότι η απορρύθμιση θα ερχόταν ως «χιονοστιβάδα» στις συχνότητες.

Όμως, η ελληνική απορρύθμιση συνδέθηκε περισσότερο με την τότε πολιτική συγκυρία παρά με κάποιο σχεδιασμό. Άλλωστε, τα μέσα ενημέρωσης στη χώρα μας παραδοσιακά εμφανίζουν μια στενή σχέση με τις πολιτικές σκοπιμότητες. Η διαμάχη όσον αφορά στα ραδιοτηλεοπτικά ζητήματα για πολλά χρόνια είχε εστιαστεί στον κυβερνητικό έλεγχο και στη συχνή κυβερνητική παρέμβαση στα ενημερωτικά προγράμματα, κάτι που έχει αποτελέσει χαρακτηριστικό γνώρισμα της μεταπολιτευτικής περιόδου προκαλώντας παράλληλα εντάσεις στην κοινωνία. Οι εντάσεις αυτές που οφείλονται στην απουσία μιας ισχυρής κοινωνίας πολιτών, έδωσαν τη δυνατότητα στην εκάστοτε κυβέρνηση να αποτελέσει έναν κυρίαρχο παράγοντα στην ελληνική κοινωνία, φαινόμενο του οποίου οι συνέπειες διαφαίνονται και στη ραδιοτηλεόραση.

Καθώς τα μέσα ενημέρωσης αποτελούν αντανάκλαση της κοινωνίας στην οποία λειτουργούν, η στενή σχέση τους με την πολιτική εξουσία, η οποία διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ελληνικής οικονομίας με έναν υπερμεγέθη δημόσιο τομέα, ήταν αναπόφευκτη. Για παράδειγμα, ακόμη και στην περίπτωση του Τύπου, ο οποίος απολαμβάνει ένα φιλελεύθερο καθεστώς ρυθμίσεων, η εκάστοτε κυβέρνηση καθορίζει τη δράση του. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς, εάν μελετήσει τους νόμους που αφορούν στα έντυπα μέσα ή την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος, όπου παρέχεται στην πολιτική εξουσία η ευχέρεια να περιορίζει τον εποπτικό ρόλο του Τύπου. Με ένα περισσότερο έμμεσο αλλά αποδοτικό τρόπο, η εκάστοτε κυβέρνηση δρα, από τη μια πλευρά, για να ενδυναμώσει αυτούς τους επίσημους νόμους, και από την άλλη, τους άγραφους «κανόνες επιρροής» της εξουσίας (π.χ., κρατική διαφήμιση).

Όσον αφορά στη ραδιοτηλεόραση, η πολιτική εξουσία έχει συνηθίσει όχι μόνο να παρεμβαίνει αλλά και να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Κι όταν δε μπορεί να το κάνει αυτό, όπως στην περίπτωση της κρατικής τηλεόρασης (που για αυτό και μόνον το λόγο δεν κατόρθωσε να αντιμετωπιστεί ως δημόσια από τους πολίτες και κατέρρευσε με την έλευση της ιδιωτικής), εφαρμόζει τακτικούς ελιγμούς. Τακτικοί ελιγμοί είναι οι μέθοδοι και οι διαδικασίες που χρησιμοποιεί η εκάστοτε κυβέρνηση για την εκπλήρωση των βραχυπρόθεσμων επιδιώξεών της, αν και συχνά το αποτέλεσμα είναι η συσπείρωση των θιγομένων με τους πολιτικούς αντιπάλους της παρά το αντίθετο. Έτσι τα αποτελέσματα είναι συνήθως πενιχρά και αλυσιτελή.

Ο λόγος αποτυχίας στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ότι οι μεγάλες αλλαγές δεν μπορούν να επιβληθούν, αλλά μόνον να συντελεστούν (εάν αυτό είναι το ζητούμενο) μέσα από συναίνεση, σύνεση και οραματική πολιτική. Όσες φορές υπήρξαν απόπειρες για την ευρυθμία του επικοινωνιακού πεδίου διαμέσου μιας δήθεν άτεγκτης τάσης και τακτικισμών, το αποτέλεσμα υπήρξε πρόσκαιρο, θνησιγενές και στην καλύτερη περίπτωση μηδαμινό.

Στην πράξη, τα τελευταία 27 χρόνια, οι ιθύνοντες επιζητούν νόμους που δημιουργούν μεν «μεγάλη αναστάτωση» για να προστεθούν όμως αργότερα κι αυτοί στο μακρύ κατάλογο των νόμων που δεν εφαρμόζονται, συμβάλλοντας στην πατροπαράδοτη πολυνομία και κατ’ επέκταση κακονομία. Ενδεικτικά αναφέρω ότι επτά «μεγάλοι» νόμοι έχουν αποπειραθεί να ελέγξουν το πεδίο από το 1987. Και χωρίς ιδιαίτερες νομικές γνώσεις εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι υπάρχει ένα πληθωρικό θεσμικό πλαίσιο (π.χ., νόμος 1730 του 1987 για την ίδρυση του ενιαίου φορέα της κρατικής τηλεόρασης, ο νόμος 1866/1989 για τη μη κρατική τηλεόραση και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, ο νόμος 2328/1995 για την ιδιωτική τηλεόραση ελεύθερης λήψης, ο νόμος 2644/1998 για τη συνδρομητική και ψηφιακή τηλεόραση, ο νόμος 2863/2000, καθώς ο νόμος 3310/2005 για το βασικό μέτοχο, και πρόσφατα ο νόμος 4339 του 2015 για τις τηλεοπτικές άδειες).

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στην τρίτη προσπάθεια έκδοσης τηλεοπτικών αδειών, το ίδιο φιλόδοξη ή και λίγο περισσότερο από τις άλλες δύο. Αλλά αν θυμηθούμε και τις δύο προγενέστερες, ίσως να αναλογιστούμε την θυμόσοφο ρήση «ουδέν μονιμότερο του προσωρινού».

Στις 23 Ιουλίου του 1993, η τότε κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ανακοίνωσε ότι παραχωρεί άδεια λειτουργίας για πανελλαδική τηλεοπτική εμβέλεια σε τηλεοπτικούς σταθμούς με ισχύ για μια περίοδο 7 χρόνων προκαλώντας την έντονη αντίδραση όχι μόνoν των θιγόμενων σταθμών, της τότε αντιπολίτευσης, αλλά και μελών του τότε ΕΣΡ. Άδεια είχαν πάρει ο ΑΝΤ1 TV, το New Channel, το Κανάλι 29, η Νέα Τηλεόραση (Star), το Seven X και το Mega στην Αθήνα, το TV 100 και το Μακεδονία TV στη Θεσσαλονίκη, το Τηλετώρα και το TeleCity TV με τοπική εμβέλεια. Είχαν αποκλειστεί ο 902 TV και ο ΣΚΑΪ.

Μετά την πτώση της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας τον Οκτώβριο 1993, η νέα κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου παραχωρεί τη δυνατότητα εκπομπής στους δύο αποκλεισθέντες. Περνούν δύο χρόνια, όταν ο τότε υπουργός Τύπου και ΜΜΕ, Ευάγγελος Βενιζέλος προτείνει το γνωστό νόμο 2328 του 1995, όπου από τη μια πλευρά «αποτυπώνεται» – στην ουσία νομιμοποιείται – η τότε υπάρχουσα κατάσταση και ανάμεσα σε άλλα προβλέπει την έκδοση των αδειών μετά από πρόταση του ΕΣΡ, καθώς και την καταβολή ανταλλάγματος από τους σταθμούς προς το κράτος για τη χρήση των ερτζιανών συχνοτήτων. Στο άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου 2328 αναφέρεται ότι «άδειες που έχουν χορηγηθεί σε ανώνυμες εταιρείες ή δημοτικές επιχειρήσεις κατά το άρθρο 4 του νόμου 1866/1989 εξακολουθούν να ισχύουν για διάστημα ενός έτους από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. Μετά τη λήξη τους ακολουθεί η διαδικασία ανανέωσης που προβλέπεται στο άρθρο 2 του παρόντος νόμου». Όμως τίποτε από αυτά δεν πραγματοποιείται τελικά και οι άδειες δεν εκδίδονται για μια ακόμη φορά.

Η πολυπόθητη «ευταξία» στα ερτζιανά προβάλλεται από την κυβέρνηση Σημίτη το 1997 με κοινή απόφαση των υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Τύπου και ΜΜΕ, όταν κατατίθεται ο περίφημος «Χάρτης των Συχνοτήτων». Πολλοί θεώρησαν ότι η διαδικασία παροχής των αδειών είχε πλέον δρομολογηθεί. Σε αυτό συνετέλεσε και η πρόσκληση του Υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ προς τους υποψήφιους σταθμούς να υποβάλλουν αίτηση. Πράγματι, το 1998 οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί κατέθεσαν αιτήσεις για χορήγηση άδειας λειτουργίας στο Υπουργείο Τύπου και ΜΜΕ.

Κι ενώ όλοι περίμεναν να αρχίσει η διαδικασία παροχής των τηλεοπτικών αδειών, η πρώτη δεκαετία της ιδιωτικής τηλεόρασης ολοκληρώνεται με τους ελληνικούς σταθμούς ως τους μόνους μη επισήμως αδειοδοτηθέντες! Στην πράξη οι σταθμοί έκτοτε τελούν υπό ένα καθεστώς ημι-νομιμότητας αφού σύμφωνα με το νόμο 2644/1998 για τη ψηφιακή και συνδρομητική τηλεόραση, στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 17 (και με βάση την τροποποίηση του νόμου 2801/2000 άρθρο 1 παρ. ΙΑ) ορίζεται ότι «Οι τηλεοπτικοί σταθμοί… που λειτουργούν κατά την έναρξη ισχύος του Παρόντος άρθρου και έχουν υποβάλει εμπροθέσμως αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού… θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες… μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης με την οποία θα χορηγηθούν άδειες λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών». Αυτή η «τακτική» επαναλαμβάνεται για τα επόμενα 14 χρόνια.

Όταν τη διακυβέρνηση της χώρας αναλαμβάνει η Νέα Δημοκρατία με πρωθυπουργό τον Κώστα Καραμανλή, η εντύπωση που δίνεται είναι ότι το «ξεκαθάρισμα» των συχνοτήτων θα γίνει διαμέσου του περιβόητου νόμου για το «Βασικό Μέτοχο» ή νόμο 3310 του 2005. Μεταξύ άλλων ο νόμος όριζε το βασικό μέτοχο (φυσικό και νομικό πρόσωπο) και ζητούσε την ονομαστικοποίηση των μετοχών μέχρι τελευταίου φυσικού προσώπου των κοινοτικών εταιρειών που συμμετείχαν σε MME. Στόχος ήταν να μη μπορούν οι μέτοχοι των ΜME να είναι παράλληλα και εργολήπτες του Δημοσίου. Κατά τη διάρκεια της ψήφισης του νόμου πολλά ειπώθηκαν και γράφηκαν. Το νομοσχέδιο είχε προκαλέσει εκτός από τα πυρά της αντιπολίτευσης, το σκεπτικισμό του επιχειρηματικού κόσμου.

Εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι οι πιο σοβαρές κριτικές ήταν εκείνες που αναφέρονταν στη συμβατότητά του με το Κοινοτικό Δίκαιο, τόσο το πρωτογενές (συνθήκες) όσο και το δευτερογενές (οδηγίες) Κοινοτικό Δίκαιο. Η επιστολή του τότε Επίτροπου Τσάρλς Μακ Kρίβι, που κι αυτή αμφισβητήθηκε, ανέφερε ότι η κυβέρνηση ψήφισε ένα νόμο που «δεν επέλυε τα προβλήματα που είχαν επισημάνει οι υπηρεσίες», ζητώντας ταυτόχρονα την αναστολή του νόμου. Στις 3-5 Ιουλίου του 2007 ψηφίζεται ένας νέος νόμος συμβατός με το Κοινοτικό Δίκαιο, ο νόμος 3592 για τη «Συγκέντρωση και αδειοδότηση επιχειρήσεων Μέσων Ενημέρωσης», και στις 16 Σεπτεμβρίου διενεργούνται εκλογές.

Έκτοτε όλοι θεωρούν ότι το ζήτημα των αδειών θα επιλυθεί με την ψηφιοποίηση των συχνοτήτων και των εκπομπών, αφού πλέον δεν υφίσταται το πρόβλημα με τη σπάνη των συχνοτήτων του ραδιο-ηλεκτρομαγνητικού φάσματος της αναλογικής εποχής, καθώς στην ψηφιακή εκπομπή η συμπίεση του σήματος προσφέρει τη δυνατότητα φιλοξενίας πολλών περισσότερων καναλιών σε σχέση με την αναλογική τηλεοπτική μετάδοση. Η παρούσα κυβέρνηση, όμως, με το νόμο 4339 του 2015 για τις τηλεοπτικές άδειες ανακοινώνει ότι θα δημοπρατηθούν 4 άδειες εθνικής εμβέλειας, χωρίς όμως παράλληλα να αποσαφηνίζει επαρκώς ποιο είναι το συνολικό σχέδιο. Θα υπάρχουν, λόγου χάρη, μόνον 4 άδειες εθνικής εμβέλειας; Αυτές θα είναι γενικού περιεχόμενου; Θα υπάρχουν άλλες άδειες για κανάλια θεματικού περιεχομένου; Θα υπάρχουν άλλες για περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας; Θα υπάρχουν άδειες για τα κανάλια της δορυφορικής και διαδικτυακής τηλεόρασης (κι αν όχι, δεν προκαλείται ρυθμιστική ασυμμετρία;). Ένα άλλο εξίσου σημαντικό σημείο τριβής είναι εάν οι άδειες μπορούν να απονεμηθούν από τον Υπουργό Επικρατείας, αρμόδιο για τα ΜΜΕ ή το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, που ακόμη και σήμερα υπολειτουργεί καθώς τα κόμματα δεν έχουν συμφωνήσει για τη νέα του σύνθεση από το Φεβρουάριο 2016.

Αξιοσημείωτο είναι ότι και η νέα διαδικασία αδειοδότησης πραγματοποιείται εν μέσω πολιτικοποίησης, τακτικισμών και αντεγκλήσεων, με 11 υποψήφιους (7 παλαιούς και 4 νέους), και υπό νομική αμφισβήτηση. Θα μπορούσε κανείς να είναι αισιόδοξος ότι θα τεθεί τέλος σε «27 χρόνια ανομίας»; Ή αντίθετα, όπως συνιστά η ιστορία των αδειών, βρισκόμαστε ενώπιον προεκλογικών διεργασιών; Το εγχώριο τηλεοπτικό πεδίο κινδυνεύει να εισέλθει σε μια παρόμοια με το 1989  κατάσταση μετά από 27 χρόνια, αν και τότε υπήρχε ο ενθουσιασμός για το νέο και προσοδοφόρο, και σήμερα η απαισιοδοξία που μαστίζει την ελληνική κοινωνία και οικονομία μετά από 7 σχεδόν χρόνια αδυσώπητης κρίσης.

Aν και η νομιμοποίηση του πεδίου είναι μια καθόλα σεβαστή πολιτική, η υλοποίησή της εμφανίζει στοιχεία των ελιγμών του παρελθόντος. Στο παρελθόν η τακτική των ελιγμών δεν είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Αλλά σε σχέση με το παρελθόν, σήμερα το επικοινωνιακό πεδίο, οι εργαζόμενοι, αλλά και πολύ περισσότερο, η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε το χρόνο να ασχολείται με τακτικούς ελιγμούς της εκάστοτε κυβέρνησης. Σύνεση, συναίνεση και οραματική πολιτική είναι το τρίπτυχο που πρέπει να καθορίσει το μέλλον του ελληνικού επικοινωνιακού πεδίου (κι όχι μόνον).

 

Δημοσιεύθηκε στη Huffington Post gr στις 27/07/2016

Advertisements