Survivor: Ο θρίαμβος της game-doc “reality TV”

της Ηλιάνας Γιαννούλη

To ριάλιτι σόου “Survivor” επέστρεψε στην ελληνική τηλεόραση (1), αποτελώντας το πιο «επιτυχημένο» σε οικονομικούς όρους τηλεοπτικό προϊόν της χρονιάς και το πιο πολυσυζητημένο θέμα των social media (2). Δύο νέοι πόλοι αποκρυσταλλώθηκαν στους κόλπους του τηλεοπτικού κοινού, οι υποστηρικτές των  «Διασήμων» και οι οπαδοί των «Μαχητών», ενώ πλήθος ψυχολόγων και τηλε-κριτικών επιχειρούν να ερμηνεύσουν (3) την επάνοδο ενός τηλεοπτικού προγράμματος που έμοιαζε να έχει κάνει τον κύκλο του στην ελληνική τηλεόραση…

Άλλοτε με ψυχαναλυτικές ερμηνείες της (τηλε)-θέασης, άλλοτε αναφερόμενοι στην ένδεια του ευρύτερου τηλεοπτικού οικοσυστήματος εντός του οποίου εντάσσεται το συγκεκριμένο τηλεοπτικό πρόγραμμα κι άλλοτε ως ντετερμινιστική παραδοχή του «η ανθρωποφαγία πουλάει», οι κριτικοί επιχειρούν να αναδείξουν τους λόγους της μιντιακής κυριαρχίας του “Survivor”.

Αν και δεν υπάρχει ένας καθολικά αποδεκτός ορισμός (4) των reality shows (Ηall, 2006:192), o ρεαλισμός αυτών των προγραμμάτων-που πηγάζει από την εστίαση σε αληθινούς ανθρώπους που δρουν  υπό “πραγματικές” συνθήκες- φαίνεται να αποτελεί τον συνδετικό τους κρίκο, ανεξαρτήτως format, και παράλληλα συνιστά τo καθοριστικό κριτήριο τυποποίησής τους ως τέτοια στην συνείδηση του κοινού (Ηill, 2004). Υπό αυτή την έννοια, τα reality shows δεν προσδιορίζονται με  βάση έναν συγκεκριμένο τύπο περιεχομένου, αλλά σύμφωνα με την προσέγγιση που λαμβάνει αυτό το περιεχόμενο. Εκπομπές που καλύπτουν μια ευρεία θεμάτων μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως reality shows στον βαθμό που οι πράξεις των  πρωταγωνιστών που προβάλλονται σε αυτά εκλαμβάνονται ως μη σκηνοθετημένες (Ηall, 2006:199).

Στο εξωτερικό, τα reality προγράμματα είναι επίσης γνωστά ως «δραματοποιημένα ντοκιμαντέρ (docudramas) ή τηλεπαιχνίδια κοινωνικής υφής (sociogames), ορισμοί που όπως παρατηρεί ο Σόρογκας «επισημαίνουν τα κοινά στοιχεία ή ακόμη και τη ‘διακειμενικότητα’ ανάμεσα στα παλαιά και τα νέα είδη προγραμμάτων της τηλεόρασης και στη συγκεκριμένη περίπτωση της ιδιωτικής-εμπορικής τηλεόρασης» (2004:14).

Μάλιστα σύμφωνα με τον Couldry (2003:103), το να προσπαθήσει κάποιος να περιορίσει το εννοιολογικό πλαίσιο των reality shows, δεν προσθέτει κάτι στην διαδικασία κατανόησης αυτών των προγραμμάτων, καθώς θα αποπροσανατόλιζε από αυτή την έμφυτη «ευκαμψία» της “reality ΤV”.

Μια πιλοτική μελέτη (Mead, 2003), η οποία προσπάθησε να προσδιορίσει τα κίνητρα της τηλεοπτικής παρακολούθησης reality προγραμμάτων φανέρωσε ότι το κοινό αξιολογεί το format του προγράμματος (απρόβλεπτα γεγονότα σε εβδομαδιαία βάση), την ποιότητα (χιούμορ, γέλιο), την ψυχαγωγική διάσταση, την συναισθηματική διέγερση (στοιχεία του δράματος, ενθουσιασμού ή αγωνίας) και τέλος το ερωτικό στοιχείο, όπως αυτό αποτυπώνεται στις σχέσεις μεταξύ των πρωταγωνιστών τέτοιων προγραμμάτων.

H «συνταγή της επιτυχίας» του Survivor

O Μead (2006) πραγματοποιώντας μια μορφολογική ανάλυση του “Survivor” διαπίστωσε ότι και τα πέντε προαναφερθέντα κίνητρα θέασης προσφέρονται από το εν λόγω πρόγραμμα, δικαιολογώντας την ανάδειξη του στις πρώτες θέσεις των προτιμήσεων μεταξύ των οπαδών των game-doc reality shows (5), στα οποία εντάσσεται και το “Survivor”.

Πιο συγκεκριμένα, ως προς το format, το “Survivor” κατορθώνει με τις συνεχείς διαγωνιστικές δοκιμασίες να διατηρεί την αγωνία του κοινού, καθώς κάθε αγωνιστική πρόκληση απαιτεί διαφορετικές δεξιότητες με αποτέλεσμα διαφορετικοί παίκτες – και κατ’ επέκταση ομάδες –  να αναδεικνύονται νικητές σε κάθε περίσταση, χωρίς να μπορεί κανείς να προβλέψει εξ΄ αρχής το απόλυτο “φαβορί”.

Το γεγονός μάλιστα, ότι οι παίκτες επιδίδονται σε παιχνίδια στρατηγικής που συχνά στοχεύουν στην εξολόθρευση των πιο «ισχυρών» διαγωνιζομένων σε συνδυασμό με τιςκινήσεις στρατηγικής της παραγωγής να «ανακατεύει» τους παίκτες των ομάδων, διασαλεύοντας τις υπάρχουσες ισορροπίες, συμβάλλει καθοριστικά στην συνεχή τροφοδότηση του ενδιαφέροντος του κοινού (Μead, 2006: 25-26). Αξίζει να σημειωθεί ότι η επιλογή των παικτών στο “Survivor” κάθε άλλο παρά τυχαία είναι, ώστε ήδη μελετητές της εκπομπής να έχουν καταλήξει σε μια τυποποίηση των χαρακτήρων6 που οι παραγωγοί επιλέγουν για το συγκεκριμένο πρόγραμμα, η οποία φαίνεται να αναπαράγεται σε κάθε σεζόν.

O παράγοντας ποιότητα ταυτίζεται στην αντίληψη του κοινού που επιλέγει το “Survivor” για την ψυχαγωγία του με τη δυνατότητα άντλησης γέλιου: το τελευταίο δεν αφορά μόνο σε εγγενώς αστεία περιστατικά (π.χ. κατά τις δοκιμασίες των παικτών), αλλά και συμπεριφορές που είναι στερεοτυπικές και γραφικές, με αποτέλεσμα να προκαλούν το γέλιο-χλευασμό του κοινού.

Το κριτήριο της ψυχαγωγίας αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα απήχησης του “Survivor” στο κοινό, η οποία σε μεγάλο βαθμό συναρτάται από τον «απρόβλεπτο χαρακτήρα» των game-docs (Ηall, 2006:210). Η πεποίθηση ότι τo “Survivor” στηρίζεται στις αυθόρμητες αντιδράσεις των παικτών και ως εκ τούτου οι εξελίξεις δεν υπαγορεύονται από κάποιο σενάριο, αυξάνει την αγωνία των θεατών και την εμπλοκή τους με το συγκεκριμένο τηλεοπτικό προϊόν.

Τo τέταρτο στοιχείο του “Survivor” που αποτελεί σημαντικό συντελεστή της επιτυχίας του αφορά στην διέγερση συναισθημάτων, η οποία επιτυγχάνεται μέσω του στοιχείου του δράματος και της συγκίνησης.  Μάλιστα, η παραγωγή του show συχνά εστιάζει στις “αληθινές” εκδηλώσεις ανθρώπινων συναισθημάτων, προκειμένου να ενισχύσει την αληθοφάνεια του show.  Η “κατασκευή” των ανθρώπινων συναισθημάτων (φαινόμενο που ο Μestrovic περιγράφει με τον όρο “McDonaldization των συναισθημάτων”) καθίσταται εφικτή μέσω της απεικόνισης σωματικών εκφράσεων που συνδέονται με συγκεκριμένα συναισθήματα (Sidik, 1996). Βλέποντας λοιπόν, το κοινό τις συγκεκριμένες εκδηλώσεις συναισθημάτων, πιστεύει πως ό,τι βλέπει να διαδραματίζεται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα είναι πραγματικότητα (Delisle, 2003:44). Εξάλλου, όπως σημειώνει η Βώβου (2010:53) εκείνο που ουσιαστικά καθορίζει την επιτυχία μιας αφηγηματικής δομής είτε αναφερόμαστε στη μυθοπλασία είτε πρόκειται για πραγματικά δεδομένα δεν είναι τόσο η αντιστοιχία με την πραγματικότητα, όσο ο συναισθηματικός ρεαλισμός.

Το Survivor, όπως και τα υπόλοιπα game-doc shows, από την μία πλευρά είναι ξεκάθαρο ότι αποτελεί ένα παιχνίδι ανάμεσα στους διαγωνιζόμενους, ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο διατείνεται ότι μας αποκαλύπτει την «πραγματικότητα» των συμμετεχόντων, καθώς οι διαγωνιζόμενοι παίζουν το παιχνίδι (Couldry, 2003:103). Οι συμμετέχοντες στο “Survivor”, όπως και στα υπόλοιπα reality shows, προβάλλουν μια εικόνα η οποία διαμορφώνεται υπό καθεστώς παρατήρησης (surveillance). Mε άλλα λόγια, η απόδειξη της εικόνας (και άρα της «πραγματικότητας») υφίσταται στα όσα η κάμερα καταγράφει -και όχι απαραίτητα εκτυλίχθηκαν- με τους διαγωνιζόμενους να  δρουν σε in vitro συνθήκες, οι οποίες υπαγορεύονται από την σκηνοθεσία και την οργάνωση του χώρου/χρόνου και των δραστηριοτήτων τους  από την παραγωγή (Βώβου, 2010:50-54). Και είναι ακριβώς αυτή η αμφισημία των  “reality προγραμμάτων” αναφορικά με το πραγματικό (factual) ή το  «φτιαχτό» (fictional) που αναπαράγει επιτυχώς τους ισχυρισμούς της τηλεόρασης ότι η τελευταία παρουσιάζει την «πραγματικότητα» (Couldry, όπ.π.)

Το πέμπτο στοιχείο απήχησης του “Survivor” αφορά στις δυνατότητες καλλιέργειας του ερωτικού στοιχείου στο show, γεγονός που συχνά επιτυγχάνεται μέσω της πολύμηνης συμβίωσης αντρών και γυναικών, το οποίο φαίνεται να αξιολογείται ιδιαιτέρως θετικά από τους άντρες τηλεθεατές(Mead, 2006:55).

Σύμφωνα με τον Jaquez (2004), τα reality shows ακολουθούν μια “μαγική φόρμουλα” δομής, η οποία αποτελεί τον πυρήνα της “reality ΤV” και ταυτόχρονα εγγυάται την επιτυχία τους. Αυτή η “μαγική συνταγή” εξασφαλίζει την διεθνή απήχησή τους, προσαρμοζόμενη στην τηλεοπτική – και όχι μόνο- πραγματικότητα της εκάστοτε χώρας προβολής. Υπό αυτή την έννοια, το “Survivor” αποτελεί την επιτομή του όρου “glocalization”(τοπικοποίηση).

Αλλιώς ειπωμένο, ένα προϊόν με διεθνείς προδιαγραφές, προσαρμόζεται στα δεδομένα και την κουλτούρα της εκάστοτε χώρας προβολής.  Αυτή η διαδικασία “τοπικοποίησης” των προγραμμάτων, εν προκειμένω του “Survivor”, καθίσταται εφικτή μέσα από την κυρίαρχη οπτική που προωθεί η ομάδα παραγωγής βάσει του γενικότερου “στησίματος” του προγράμματος. Οι εκάστοτε ομάδες παραγωγής του show προσπαθούν να “ανταποκριθούν” στα χαρακτηριστικά που θεωρούν ότι εκτιμά  περισσότερο το εθνικό τους κοινό. Ως αποτέλεσμα, άλλοι παραγωγοί “επενδύουν” στον ανταγωνισμό και τις ίντριγκες για το τελικό έπαθλο,  άλλοι στις αξίες της αξιοπρέπειας και του καλού κι άλλοι στις ερωτικές περιπτύξεις των διαγωνιζόμενων (Μalko,2013).

Ηθικοί προβληματισμοί για τις κοινωνικές επιδράσεις της reality TV

Ωστόσο, καθώς ο ανταγωνισμός για τα νούμερα τηλεθέασης γίνεται ολοένα και πιο σκληρός, οι “τακτικισμοί” των ομάδων παραγωγής για να τραβήξουν το ενδιαφέρον του κοινού σε τέτοιου είδους προγράμματα θέτουν σοβαρούς προβληματισμούς για την υγεία και την ασφάλεια των συμμετεχόντων (Βlair, 2010).

Ήδη, το βρετανικό reality show “Mutiny”, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Guardian (7) που έσπευσε να καταδικάσει την εξαθλίωση των παικτών από την πείνα, κάνοντας λόγο για μια τηλεοπτική χυδαιότητα που πρέπει να σταματήσει, ακόμη κι αν δεν συντρέχει σοβαρός λόγος ανησυχίας για την υγεία των παικτών.

Την ίδια στιγμή, έρευνες που εστιάζουν στα μηνύματα και στα πρότυπα συμπεριφοράς που μεταφέρονται στο κοινό μέσω των reality shows, δείχνουν ότι το κοινό μπορεί συχνά να συνδέει το ανταγωνιστικό περιβάλλον του “Survivor” με τον δικό του, καθημερινό μικρόκοσμο, μαθαίνοντας πώς να διαχειρίζεται το συναίσθημά του σε περιπτώσεις έντονου ανταγωνισμού στο εργασιακό του περιβάλλον (Wingard & Lovaas, 2014:71). Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Σόρογκας (2004:20) υποστηρίζει ότι τα reality προγράμματα είναι «δομημένα με τέτοιο τρόπο ώστε εκ των πραγμάτων  να προκαλούν την ταύτιση (8) του κοινού».

Μάλιστα, σχετικές έρευνες συνδέουν τον προβληματισμό των πολιτών σχετικά με τις δυνατότητες επιρροής αυτών των προγραμμάτων στο κοινωνικό σύνολο και τον ενδεχόμενο αρνητικό τους αντίκτυπο με την εμφάνιση της συζήτησης για την πιθανή λογοκρισία τους (Cohen & Weimann, 2008). Σύμφωνα με τους Scarborough και McCoy (2014), οι αντιδράσεις του κοινωνικού συνόλου απέναντι στα reality shows έχουν όλα τα στοιχεία του ηθικού πανικού: την εμφάνιση των «φρουρών της ηθικής» την συζήτηση σχετικά με τη δύναμη επιρροής των ΜΜΕ, την πεποίθηση ότι βασικές αξίες προσβάλλονται καθώς και την ανάγκη νομικής παρέμβασης (σ.168).

Στην χώρα μας, το ΕΣΡ φαίνεται ήδη να εξετάζει σοβαρά τις καταγγελίες πολιτών που ζητούν από την ραδιοτηλεοπτική Αρχή να εξετάσει αν όντως το “Survivor” παραβιάζει την κείμενη νομοθεσία μέσα από τα μηνύματα και τις αξίες που προβάλλει (9). Ωστόσο, η μεγάλη επιτυχία των ριάλιτι σόου, όπου κι αν προβλήθηκαν αποδεικνύει ότι οι σημαντικές ηθικού και αισθητικού περιεχομένου επικρίσεις δεν κατόρθωσαν να ανακόψουν την δυναμική αυτών των προγραμμάτων, πυροδοτώντας ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον του κοινού για τα εν λόγω προγράμματα (Σόρογκας, 2004:15).

Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερη αξία είναι το πώς η ηθική διάσταση της κατανάλωσης τέτοιων προγραμμάτων εκλογικεύεται από τις διάφορες κοινωνικές ομάδες· κι εδώ η έρευνα των Scarborough και McCoy (2014) αναδεικνύει ένα αξιοσημείωτο παράδοξο: διακρίνοντας τις ηθικές αντιδράσεις απέναντι στα reality shows σε ενδογενείς και εξωγενείς, με τις πρώτες να ασχολούνται με την ανηθικότητα της κατανάλωσης του τηλεοπτικού περιεχόμενου και τις δεύτερες να αναγάγουν τους ηθικούς προβληματισμούς στην σφαίρα της πολιτιστικής παραγωγής, θα περίμενε κανείς το άλλοθι που προσφέρει η μετάθεση της ηθικής ευθύνης στους παραγωγούς τέτοιων προγραμμάτων να συνδέεται και με αυξημένα ποσοστά παρακολούθησής τους. Το ακριβώς αντίθετο αποδεικνύουν τα αποτελέσματα της έρευνας, καθώς φανερώνουν ότι ανώτερης μόρφωσης και οικονομικής τάξης τηλεθεατές, μολονότι θεωρούν τα reality shows χαμηλής πολιτιστικής στάθμης προγράμματα, επιρρίπτοντας την ευθύνη για την εμφάνισή τους  στους παραγωγούς  τους, δεν αναζητούν τρόπους  για να δικαιολογήσουν την θέασή τους, αφού εκ προοιμίου τα απορρίπτουν ως «φθηνά/ανήθικα» τηλεοπτικά προϊόντα. Αντίθετα, όσοι εκλαμβάνουν ως σημείο αναφοράς της κριτικής τους την ηθική διάσταση της κατανάλωσής, αναζητούν τρόπους για να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι τα παρακολουθούν.

Αν λοιπόν οι εγχώριες παραγωγές του “Survivor” αποτελούν όντως μια προσπάθεια αντανάκλασης των αξιών που κυριαρχούν σε μια κοινωνία και της προσαρμογής/τοπικοποίησης ενός διεθνούς format στην κατά περίσταση εγχώρια τηλεοπτική ζήτηση, τότε μάλλον το πρόβλημα δεν έγκειται στο ίδιο το τηλεοπτικό προϊόν, ούτε και στην παραγωγή που «οξύνει»- με τεχνητά έστω μέσα- τις πτυχές  εκείνες του show που βλέπει να «αποδίδουν καρπούς» με βάση τα νούμερα τηλεθέασης, αλλά στο ίδιο το κοινό που δείχνει να επιλέγει τέτοια τηλεοπτικά προϊόντα και μέσω της επιλογής του να θέτει τις βάσεις για την αναπαραγωγή τους.

Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω (10)…

Σημειώσεις:

1. Το πρώτο «ελληνικό Survivor» προβλήθηκε το 2003 από τον τηλεοπτικό σταθμό MEGA, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Ακολούθησαν άλλοι τρεις κύκλοι του show (2004, 2006, 2010 αντίστοιχα) μέχρι τον φετινό, πέμπτο κατά σειρά κύκλο του show που προβάλλεται από την τηλεόραση του ΣΚΑΪ, οι οποίοι όμως δεν σημείωσαν την αναμενόμενη επιτυχία.

2. M. Tσόχος, «Το φαινόμενο survivor την εποχή των social media… », Gazzetta.gr, 10 Απριλίου 2017, προσβάσιμο: http://www.gazzetta.gr/plus/article/1070198/fainomeno-survivor-tin- epohi-ton-social-media

3. Mια επισκόπηση κριτικών του Τύπου για το “Survivor” προσφέρεται στον ακόλουθο σύνδεσμο: http://www.efsyn.gr-/arthro/epiviosi-gia-ta-noymera-tis-tiletheasis

4. Σύμφωνα με τους Nabi, Biely, Morgan και Stitt (2003:304), τα σημερινά reality shows χαρακτηρίζονται από μια συγκεκριμένη δέσμη χαρακτηριστικών: δεν έχουν σενάριο, περιλαμβάνουν μια αφήγηση, βασική τους λειτουργία είναι η διασκέδαση, προβάλλουν καθημερινούς ανθρώπους και όχι ηθοποιούς που προσποιούνται ρόλους και λαμβάνουν χώρα σε πραγματικές συνθήκες και όχι σε studio.

5. Το game-doc format περιλαμβάνει την μη σκηνοθετημένη αλληλεπίδραση των διαγωνιζόμενων σε συνδυασμό με στοιχεία διαγωνιστικού show, όπου οι παίκτες καλούνται να συνεργαστούν μεταξύ τους ή να ανταγωνιστούν ο ένας τον άλλον για να κερδίσουν ένα έπαθλο. Τα game-docs δημιουργούν συνθήκες όπου οι διαγωνιζόμενοι καλούνται να δοκιμάσουν τα φυσικά και ψυχικά τους όρια, οι οποίες ταυτόχρονα  πυροδοτούν την παράλληλη έκφραση έντονων συναισθημάτων (βλ. σχετικά Wingard & Lovaas, 2014: 54-55).

6. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για τους εξής τύπους χαρακτήρων: ο αθλητής, η όμορφη, ο κωμικός, ο «αυλικός», ο ηγέτης, ο αθυρόστομος, η «μητέρα», ο πολύ-πράγμων, ο εκκεντρικός, ο κακός (Μead,2006:29).

7. R. Nicholson, “Reality bites: why we should stop starving people for entertainment”, The Guardian, 15 March 2017. Προσβάσιμο: https://www.theguardian.com/tv-and- radio/2017/mar/15/we-demand-suffering-how-hunger-became-the-ulti.mate-reality-tv-trick

8. Η ταύτιση με τους παίκτες συχνά εκφράζεται μέσα από τη διαδικασία της ψηφοφορίας, στην οποία οι τηλεθεατές συμμετέχουν σε μια προσπάθεια να  “προστατέψουν” τον παίκτη που συμπαθούν και να διώξουν αυτούς που αντιπαθούν· βλ. σχετικά Van Zoonen, “Desire and Desire and resistance: Big Brother and the recognition of everyday life”, Media Culture & Society, vol. 23 (5),2001, σ.675.

9. Βλ. σχετικά δημοσιεύματα: Α. Νταρζάνου, «Παρέμβαση ΕΣΡ για «Survivor» και «Star Academy», Η Αυγή, 2 Απριλίου 2017, Προσβάσιμο: http://www.avgi.gr/article/10838/8034007/parembase-esr-gia-survivor-kai-star-academy- και Μ. Ανδρέου, «Στο σκαμνί το «Survivor»!, Το Παρόν της Κυριακής,  9, Απριλίου 2017, Προσβάσιμο: http://www.paron.gr/v3/new.php?id=99753&colid=&catid=60&dt=2017-04-09

10. Γαλάτεια Καζαντζάκη, «Αμαρτωλό».

Bιβλιογραφία:

Blair, J.L. (2010). “Surviving Reality TV: The Ultimate Challenge for Reality Show Contestants”, Loy. L.A. Ent. L. Review, vol. 31 (1). Προσβάσιμο: http://digitalcommons.lmu.edu/elr/vol31/iss1/1.

Βώβου , Ι. (2010). «Εις το όνομα της αλήθειας: η ζωή είναι ένα (τηλε) παιχνίδι», Φάκελος σημειώσεων στο Μάθημα Εισαγωγή στην Κοινωνιολογία των Μέσων, Πάντειο Πανεπιστήμιο, (2009-2010), σ. 45-62.

Cohen, J. & Weimann, G. (2008). “Who’s Afraid of Reality Shows? Exploring the Effects of Perceived Influence of Reality Shows and the Concern Over Their Social Effects on Willingness to Censor”, Communication Research, vol. 35 (3), pp. 382–397.

Couldry, Ν. (2003). Media Rituals: a critical approach, Routledge, London.

Delisle, J. B. (2003). “Surviving American Cultural Imperialism: Survivor and Traditions of Nineteenth–Century Colonial Fiction”, The Journal of American Culture, vol. 26, pp. 42–55. doi:10.1111/1542-734X.00072.

Hall,  A.  (2006). “Viewers’  Perceptions  of  Reality Programs”, Communication Quarterly, vol. 54 (2), pp. 191-211.

Hill, A. (2004). Reality TV: Audiences and popular factual television. New York: Routledge.

Jaquez, O. (2004). Propp and the Folktale of “Reality” Television: Toward a Structure of Reality Shows. Προσβάσιμο:https://ocw.mit.edu/courses/anthropology/21a-212-myth-ritual-and-symbolism-spring-2004/assignments/television.pdf.

Μalko, A. (2013). “A study of the reality game show concept “Survivor” –how national identities are represented in a transnational reality format”. Προσβάσιμο:http://www.divaportal.org/smash/get/diva2:692094/FULLTEXT1.

Mead, J. A. (2003, December). “Hooked on reality television: The uses and gratifications perspective on the program genre”. Paper presented for Effects of Mass Communication Graduate Course, University of Wisconsin-Whitewater.

Mead, J. A. (2006). “Survivor and other reality T.V. gameshows: the uses and gratifications perspective on a reality sub-genre”. Προσβάσιμο: http://library.uww.edu/ethesis/mead2006.pdf.

Nabi, R., Biely, E. N., Morgan, S. J., &  Stitt, C. R. (2003). “Reality-based television programming and the psychology of its appeal”, Media Psychology, vol. 5 (4), pp. 303–330.

Scarborough, R. C.   &   McCoy, C.A. (2014). “Moral reactions to reality TV: Television viewers’ endogenous and exogenous loci of morality”, Journal of Consumer Culture, vol. 16 (1), pp. 164 – 191.

Sidik, H. (2013). “The Survivor series and its impact on human interaction”. Προσβάσιμο:https://www.academia.edu/8061862/The_Survivor_series_and_its_impact_on_human_interaction.

Σορόγκας,  Ε. (2004). Το φαινόμενο των «ριάλιτι», Καστανιώτης, Αθήνα.

Wingard,  L.  &  Lovaas,  K.E.  (2014).  “Analyzing  discourses  of  emotion management on Survivor, using micro- and macro-analytic discourse perspectives”, Pragmatics and Society, vol. 5 (1), pp. 50–75.

 

Advertisements