Η διαφάνεια ως η νέα κανονιστική νόρμα της δημοσιογραφίας

της Ηλιάνας Γιαννούλη

Χρειαζόμαστε, άραγε, νέες νόρμες που να καθορίζουν τις καθημερινές πρακτικές όσων ασκούν σε επαγγελματικό επίπεδο τη δημοσιογραφία; Ή μήπως στην εποχή του καταιγισμού πληροφοριών, όπου η παραπληροφόρηση και οι σύγχρονοι νεολογισμοί της (fake news, post-truth, phony news) αποκτούν διαστάσεις επικοινωνιακής χίμαιρας, οι διαχρονικές αρχές της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας θα πρέπει να αποτελέσουν εκ νέου τη βάση αξιολόγησης της ποιότητας της ενημέρωσης;

Από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης της δημόσιας επικοινωνίας, ζητήματα και προβληματισμοί αναφορικά με την αξιοπιστία, την εγκυρότητα και την αμεροληψία του λόγου των ΜΜΕ, απασχόλησαν επαγγελματίες και ερευνητές του κλάδου. Η αντικειμενικότητα αναδείχθηκε σε βασικό κριτήριο διαχωρισμού της δημοσιογραφίας από την προπαγάνδα, την ψυχαγωγία και την μυθοπλασία (Sambrook, 2012:3), αποτελώντας για πολλά χρόνια τη βασική νόρμα των επαγγελματιών της ενημέρωσης, καθώς και καθοριστικό κριτήριο πρόσληψης του επαγγελματικού ήθους της δημοσιογραφίας από τους ίδιους τους λειτουργούς του επαγγέλματος (Schudson, 2001·Tuchman, 1972· Deuze, 2005).  H αντικειμενικότητα εκλαμβάνεται ως «το μέσο που χρησιμοποιούν οι δημοσιογράφοι, προκειμένου να πείσουν το κοινό ότι παράγουν αξιόπιστες ή έγκυρες περιγραφές της πραγματικότητας» (Skovsgaard και συν., 2013:24). Παραδοσιακά, οι δημοσιογράφοι για να επιτύχουν αυτό το σκοπό, χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους, όπως η χρήση ποικίλων πηγών στα θέματά τους, ο σαφής διαχωρισμός της προσωπικής τους άποψης από τα γεγονότα και η παράθεση εξακριβωμένων στοιχείων (Τuchman, 1972).

Ωστόσο, η ίδια η έννοια της αντικειμενικότητας, στόχος, αλλά και ταυτόχρονα προϋπόθεση της άσκησης της δημοσιογραφίας, έχει δεχτεί σφοδρή κριτική ως προς τις αντικειμενικές δυσκολίες πραγμάτωσής της (Gans, 1980·Tuchman,1978). Πράγματι, έρευνες έχουν αναδείξει ότι αν και η αντικειμενικότητα τυγχάνει ευρύτατης αποδοχής ως επαγγελματική νόρμα μεταξύ δημοσιογράφων διαφορετικών χωρών και διαφορετικών ειδησεογραφικών οργανισμών, υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο που ο κάθε δημοσιογράφος την αντιλαμβάνεται και την εφαρμόζει στην καθημερινή του πρακτική, γεγονός που συναρτάται άμεσα από το πώς βλέπει γενικότερα τον ρόλο του στην κοινωνία  (Skovsgaard και συν., 2013).

Η ανάπτυξη της ψηφιακής δημοσιογραφίας σε συνδυασμό με την αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στα παραδοσιακά  μέσα ενημέρωσης έχει οδηγήσει σε μια μεταστροφή από τη νόρμα της αντικειμενικότητας στη νόρμα της διαφάνειας, καθώς η τελευταία μοιάζει να αποτελεί την καταστατική συνθήκη παραγωγής των ειδήσεων στο χώρο του διαδικτύου (Karlsson, Clerwall και Nord, 2013:2). O Deuze (2005: 455) ορίζει τη διαφάνεια «ως τους τρόπους με τους οποίους άνθρωποι τόσο μέσα όσο και έξω από το δημοσιογραφικό περιβάλλον αποκτούν τη δυνατότητα να παρακολουθούν, να ελέγχουν, να ασκούν κριτική ή ακόμη και να επεμβαίνουν στη δημοσιογραφική διαδικασία». Μάλιστα κάποιοι θεωρητικοί εκτιμούν ότι η διαφάνεια αποτελεί την «νέα αντικειμενικότητα» στη δημοσιογραφία (Weinberger, 2009), η οποία είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης και της αξιοπιστίας του κοινού στο δημοσιογραφικό επάγγελμα (Lasica, 2004).

Η αλήθεια του δημοσιογραφικού λόγου θα πρέπει να εδράζεται στην διαφάνεια, καθώς η τελευταία είναι αυτή που διαφοροποιεί τους δημοσιογράφους από τους υπόλοιπους παραγωγούς περιεχομένου (Κοvach και Rosenstiel, 2007). O Lewis (2012:23) υποστηρίζει ότι η κουλτούρα της συμμετοχικότητας, η οποία θολώνει τα παραδοσιακά όρια ανάμεσα στους παραγωγούς και τους καταναλωτές του περιεχόμενου των ΜΜΕ, αποτελεί μια από τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι στην προσπάθεια «περιχαράκωσης της εξουσίας τους» και του αυτοπροσδιορισμού τους ως διακριτή ομάδα επαγγελματιών. Σε αυτή την πρόκληση, οι δημοσιογράφοι μοιάζει να απαντούν με την υιοθέτηση μιας υβριδικής κουλτούρας, η οποία στηρίζεται στην προσαρμοστικότητα και στην ανοικτότητα (Lewis, όπ.π.).

Αν και στην Αμερική, η συζήτηση για την διαφάνεια φαίνεται να αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη δυναμική στους κόλπους της δημοσιογραφικής κοινότητας (Ηellmueller, Vos και Poepsel, 2013), έρευνες σε άλλα κράτη φανερώνουν ότι η διαφάνεια δεν υιοθετείται σε σημαντικό βαθμό στην καθημερινή δημοσιογραφική πρακτική, υποδηλώνοντας ότι η εφαρμογή της εξαρτάται από χαρακτηριστικά που διέπουν το ευρύτερο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν τα ΜΜΕ (Κoliska και Chadha, 2017). Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η διαφάνεια στη δημοσιογραφία αποτελεί έναν νεωτερισμό στην δημοσιογραφική κουλτούρα που θα πρέπει να ιδωθεί  στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πολιτικής κουλτούρας διαφάνειας που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο (Stoneman, 2015:3-6) και που μπορεί να συμβάλλει στην νομιμοποίηση του ρόλου των ΜΜΕ στην κοινωνία, δίνοντας στους πολίτες τη δυνατότητα ελέγχου του τρόπου παραγωγής των ειδήσεων (Κoliska και Chadha, 2017:2).

O δημοσιογράφος Josh Stearns (2015) επιχειρηματολογώντας υπέρ της υιοθέτησης της διαφάνειας από τους δημοσιογράφους σημειώνει: «Με τους περισσότερους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν καθημερινά πλημμύρα πληροφοριών, η διαφάνεια γίνεται ένα κρίσιμο δομικό στοιχείο που καλλιεργεί πιο ισχυρές και πιο αξιόπιστες σχέσεις ανάμεσα στην αίθουσα σύνταξης και το κοινό». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο καθηγητής Δημοσιογραφίας Gabriel Kahn (2017) υπογραμμίζει, ότι «το να μοιράζονται οι δημοσιογράφοι τη διαδικασία του ρεπορτάζ με το κοινό, λειτουργεί ως σφραγίδα αυθεντικότητας, αποτελεί έναν ανεξίτηλο δείκτη αξιοπιστίας». Υπό αυτή την έννοια, αν δεχτούμε ότι η αρχή της αντικειμενικότητας αποτέλεσε την ασπίδα των δημοσιογράφων απέναντι σε κάθε μορφή κριτικής εναντίον τους (Tuchman, 1972), η νόρμα της διαφάνειας διασφαλίζει στους λειτουργούς της δημοσιογραφίας την προστασία απέναντι σε κάθε μορφής επίθεση ως προς την αξιοπιστία τους (Karlsson, Clerwall και Nord, 2013:11).

Σχετική έρευνα φανέρωσε ότι η εφαρμογή της διαφάνειας στο δημοσιογραφικό περιβάλλον λαμβάνει δύο μορφές: α) την αποκαλυπτική διαφάνεια (disclosure transparency) και β) την συμμετοχική διαφάνεια (participatory transparency). Η αποκαλυπτική διαφάνεια αφορά στις περιπτώσεις όπου τα ΜΜΕ είναι ανοιχτά και προσφέρουν επεξηγήσεις σχετικά με τον τρόπο παραγωγής των ειδήσεων, εξηγώντας για παράδειγμα τον τρόπο επιλογής των ειδήσεων, επιτρέποντας στο κοινό να δει αλλά και να έχει πρόσβαση στους παράγοντες που επηρεάζουν την παραγωγή του ειδησεογραφικού περιεχομένου. Από την άλλη πλευρά η συμμετοχική διαφάνεια αφορά στις περιπτώσεις, όπου το ίδιο το κοινό συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία παραγωγής των ειδήσεων (Κarlsson, 2010:537-538).

Μολονότι, η συζήτηση για τη διαφάνεια στη δημοσιογραφία ξεκίνησε αρχικά ως θέμα που αφορούσε τους άμεσα εμπλεκόμενους με την διαδικασία παραγωγής ειδήσεων, ως μια προσπάθεια  αντιστάθμισης των μη ρεαλιστικών προ-απαιτούμενων της νόρμας της αντικειμενικότητας, σύντομα επεκτάθηκε στην πλευρά του κοινού, βλέποντας στη διαφάνεια ένα εργαλείο για την ενσωμάτωση των πολιτών στο δημόσιο διάλογο. Ο δημοσιογράφος Craig Silverman (2014) υποστηρίζει ότι στην καρδιά της δημοσιογραφίας της διαφάνειας έγκειται το ερώτημα: «Ποια στοιχεία αυτής της ιστορίας μπορώ να μοιραστώ που θα δώσουν στο κοινό τη δυνατότητα να συνεισφέρει με πολύτιμες πληροφορίες ή με μια νέα οπτική για την κατεύθυνση της έρευνας;».  Στο πλαίσιο αυτό, η δημοσιογραφία των ανοικτών δεδομένων αποτελεί μια σημαντική πηγή αξιόλογων παραδειγμάτων σχετικά με την ποιότητα της ενημέρωσης που μπορεί να προκύψει μέσα από την συνεργασία πολιτών και δημοσιογράφων στη βάση της ανοικτής και συμμετοχικής ενημέρωσης (Rogers, 2012).

Η ProPublica, μια διαδικτυακή πλατφόρμα η οποία ειδικεύεται στην ερευνητική δημοσιογραφία, κατά τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2012, κατόρθωσε με τη βοήθεια εθελοντών, να διερευνήσει τις υπόγειες διαδρομές της τηλεοπτικής πολιτικής διαφήμισης, ένα εγχείρημα που είναι γνωστό ως «Free the Files».[1] Περισσότεροι από 1.000 εθελοντές ανέλαβαν να συλλέξουν και να επεξεργαστούν εκατοντάδες αρχεία τηλεοπτικών διαφημίσεων από τους τοπικούς σταθμούς και να «αποκρυπτογραφήσουν» μέσα σε ένα χάος πληροφοριών τα στοιχεία εκείνα που ήταν χρήσιμα για τη διερεύνηση της διαφημιστικής εκστρατείας της περιόδου. Αξίζει να σημειωθεί ότι αν και η πλειονότητα των εν λόγω αρχείων ήταν διαθέσιμη από την αρμόδια Επιτροπή των ΗΠΑ (Federal Communications Commission), η διαχείρισή τους ήταν αδύνατη,  αν πρώτα δεν οργανώνονταν σε ένα συνεκτικό πλαίσιο στη βάση μιας σειράς ερευνητικών ερωτημάτων[2].

Αν η ποσότητα, η ποιότητα και η συνεχής τροφοδότηση των ανοικτών δεδομένων αποτελεί έναν δείκτη δημοκρατικότητας και συμμετοχικότητας σε κυβερνητικό επίπεδο, η διαφάνεια των πηγών που επικαλούνται οι δημοσιογράφοι, παραπέμποντας τους αναγνώστες στα πρωτογενή στοιχεία του ρεπορτάζ τους, αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα για την οικοδόμηση μιας νέας σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στα ΜΜΕ και τους πολίτες, ένα «στοίχημα» που θα κρίνει το μέλλον των ειδησεογραφικών οργανισμών ως αξιόπιστων πηγών ενημέρωσης (Ziomek, 2005:28).

Η εποχή που τα ΜΜΕ μπορούσαν να καθορίζουν το «παιχνίδι» της ενημέρωσης, χωρίς να λογοδοτούν σε κανέναν για την επιλογή και την προβολή των ειδήσεων, φαίνεται ότι έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Οι νέες τεχνολογίες και η παντοκρατορία του διαδικτύου έχουν δώσει στο κοινό τη δυνατότητα, όχι μόνο της εξατομίκευσης, αλλά και του ελέγχου της πληροφορίας που καταναλώνει. Καθώς το τοπίο της ενημέρωσης και της πληροφορίας εξελίσσεται συνεχώς, ο θεμελιώδης δεσμός της εμπιστοσύνης μεταξύ των δημοσιογράφων και των ενημερωτικών κοινοτήτων που υπηρετούν, είναι ένα από τα λίγα πράγματα που παραμένει αναλλοίωτο. Και είναι ακριβώς αυτή η αξιοπιστία που καλλιεργείται μέσα από τη διαφάνεια, την οποία τα ΜΜΕ πρέπει να αξιοποιήσουν για να διατηρήσουν το κοινό τους, αλλά και να συντηρήσουν το επαγγελματικό τους γόητρο απέναντι στις ποικίλες μορφές ενημέρωσης που αναδύονται μέσα από το διαδίκτυο.

Bιβλιογραφία:

Deuze, M. (2005) “What is journalism? Professional identity and ideology reconsidered”, Journalism, 6(4): 442–464.

Gans, H. (1980) Deciding What’s News. New York: Vintage Books.

Hellmueller, L., Vos, T.P., & Poepsel, M. A.(2013) “Shifting Journalistic Capital?”, Journalism Studies, 14 (3): 287–304.

Κahn, G, (2017) “Transparency is the New Objectivity”, Mediashift, (September 27, 2017). Προσβάσιμο στο http://mediashift.org/2017/09/transparency-new-objectivity/ (Ημερομηνία Πρόσβασης: Σεπτέμβριος, 2017).

Karlsson, M. (2010) “Rituals of Transparency”, Journalism Studies, 11(4): 535–545.

Κarlsson, M., Clerwall, C., &Nord, L. (2013) “Transparency and credibility; an experimental study”. Presented at the Future of Journalism conference in Cardiff 2013.

Koliska, M., & Chadha, K. (2017) “Transparency in German Newsrooms: Diffusion of a new journalistic norm?”, Journalism Studies, pp.1-17. DOI:1080/1461670X.2017.1349549.

Kovach, B., & Rosenstiel, T. (2007). The elements of journalism: What newspeople should know and the public should expect. New York: Three Rivers Press.

Lasica, J. D. (2004)“Transparency Begets Trust in the Ever-Expanding Blogosphere”, Online Journalism Review, (August 12, 2004). Προσβάσιμο στο: http://www.ojr.org/ojr/technology/1092267863.php (Ημερομηνία Πρόσβασης: Σεπτέμβριος 2017).

Lewis, S.C. (2012) “The Tension between Professional Control and Open Participation: Journalism and its Boundaries”. Προσβάσιμο στο https://conservancy.umn.edu/bitstream/handle/11299/123290/iCS%20-%20The%20Tension%20between%20Professional%20Control%20and%20Open%20Participation%20-%20Journalism%20and%20its%20Boundaries.pdf?sequence=1

Rogers, S. (2012) “Open data journalism”, the guardian, (Thursday 20 September 2012). Προσβάσιμο στο: https://www.theguardian.com/news/datablog/2012/sep/20/open-data-journalism (Ημερομηνία Πρόσβασης: Σεπτέμβριος, 2017).

Sambrook, R. (2012) “Delivering Trust: Impartiality and Objectivity in Digital Age”, Reuters Institute for the Study of Journalism, University of Oxford. Προσβάσιμο στο: http://orca.cf.ac.uk/33772/1/Delivering_Trust_Impartiality_and_Objectivity_in_a_Digital_Age.pdf (Ημερομηνία Πρόσβασης: Σεπτέμβριος, 2017).

Schudson, M. (2001) “The Objectivity Norm in American Journalism”, Journalism, vol. 2(2):149–70.

Silverman, C. (2014) “The best ways for publishers to build credibility through transparency”, AmericanPress institute, (September 24, 2014). Προσβάσιμο στο: https://www.americanpressinstitute.org/publications/reports/strategy-studies/transparency-credibility/(Ημερομηνία Πρόσβασης: Σεπτέμβριος, 2017).

Skovsgaard, M., Albæk, E., Bro, P., & de Vreese, C. (2013) “A reality check: How journalists’ role perceptions impact their implementation of the objectivity norm”, Journalism, 14(1): 22–42.

Stearns, J. (2015) “Why Journalists Should Use Transparency as a Tool to Deepen Engagement”, Mediashift,(August 31, 2015). Προσβασιμο στο http://mediashift.org/2015/08/why-journalists-should-use-transparency-as-a-tool-to-deepen-engagement/(Ημερομηνία Πρόσβασης: Σεπτέμβριος, 2017).

Stoneman, J. (2015) “Does    Open    Data    Need    Journalism?”, Προσβάσιμο στο: http://reutersinstitute.politics.ox.ac.uk/sites/default/files/research/files/Stoneman%2520-%2520Does%2520Open%2520Data%2520need%2520Journalism.pdf

Tuchman, G. (1972) “Objectivity as strategic ritual: An examination of newsmen’s notions of objectivity”. American Journal of Sociology, 77(4): 660–679.

Tuchman, G. (1978) Making News: A Study in the Construction of Reality. New York: Free Press.

Weinberger, D. (2009) “Transparency is the new objectivity.” JohoThe Blog, (July 19, 2009). Προσβάσιμο: www.hyperorg.com/blogger/2009/07/19/transparency-is-the-new-objectivity (Ημερομηνία Πρόσβασης: Σεπτέμβριος, 2017).

Ziomek, J. (2005) “Journalism, transparency, and the public trust”. A report of the Eighth Annual Aspen Institute Conference on Journalism and Society.

Σημειώσεις:

[1] Για περισσότερες πληροφορίες: https://www.propublica.org/series/free-the-files

[2] Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Αmanda Zamora, “Crowdsourcing campaign spending: What ProPublica learned from Free the Files”, NiemanLab, (December 12, 2012). Προσβάσιμο στο: http://www.niemanlab.org/2012/12/crowdsourcing-campaign-spending-what-propublica-learned-from-free-the-files/ (Ημερομηνία Πρόσβασης: Σεπτέμβριος 2017).

 

Advertisements