Social media και δημοσιογράφοι: Χτίζοντας ένα ισχυρό “brand name”

Της Ηλιάνας Γιαννούλη

Αν και το 2018 ήταν σίγουρα μια “ατυχής” χρονιά για τα social media, η οποία σημαδεύτηκε από σκάνδαλα αναφορικά με την παραβίαση της ιδιωτικότητας των χρηστών (Facebook), αποτυχημένες στρατηγικές κινήσεις (η πανωλεθρία που συνόδευσε τον επανασχεδιασμό του Snapchat), καταγγελίες για ελλιπή μέτρα προστασίας ενάντια στη μάστιγα του on line bullying (Ιnstagram),  η σχέση των social media με τη δημοσιογραφία έχει “κανονικοποιηθεί” σε τέτοιο βαθμό (Lasorsa, Lewis και Holton, 2012), που μοιάζει πλέον αδύνατο να διαρραγεί.

Οι μέρες όπου οι δημοσιογράφοι χρησιμοποιούσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως πηγή ενημέρωσης μόνο σε εμπόλεμες καταστάσεις ή σε φυσικές καταστροφές, όπου δεν υπήρχε δυνατότητα πρόσβασης στο χώρο εκδήλωσης των γεγονότων, έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί (Von Nordheim, 2018). Ολοένα και περισσότερες έρευνες αποδεικνύουν ότι τα social media αποτελούν βασικό τμήμα της επαγγελματικής «δίαιτας» των σύγχρονων δημοσιογράφων, ενώ το mantra που πρέπει να ακολουθεί κάθε δημοσιογράφος που επιθυμεί να χτίσει το προσωπικό του brand name στην on-line κοινότητα και ταυτόχρονα να διασφαλίσει την επαγγελματική του επιβίωση (Hanusch και Bruns, 2017) είναι “αν δεν έχεις ήδη, δημιούργησε twitter account και προσπάθησε μέχρι το τέλος του έτους να αποκτήσεις μερικές εκατοντάδες ακολούθων” (Lewis και Molyneux, 2018, σ. 11).

Tο Twitter επέτρεψε ένα πρωτοφανές επίπεδο αλληλεπίδρασης των δημοσιογράφων τόσο με το κοινό, όσο και μεταξύ τους. Ωστόσο, τα αποτελέσματα σχετικής μελέτης φανερώνουν ότι αν και η πλειονότητα των διευθυντών των ειδησεογραφικών οργανισμών (91%)  αναγνωρίζει τη σημασία των social media ως εργαλείων αλληλεπίδρασης με το κοινό, το ποσοστό των δημοσιογράφων που εμπλέκονται ενεργά  σε διάλογο με το κοινό στα social media είναι αρκετά μικρό, καθώς μόλις το 30% των δημοσιογράφων απαντά πολύ συχνά στα σχόλια των αναγνωστών στο Facebook, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το Twitter διαμορφώνεται στο 22%  (Βullard, 2013, σ. 9).

Παράλληλα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα σχετικής μελέτης, οι δημοσιογράφοι που χρησιμοποιούν ενεργά τα social media, θα πρέπει να είναι σε θέση να δεχτούν την έντονη κριτική του κοινού, όταν αναρτούν σχόλια, στα οποία εκφράζεται ξεκάθαρη θέση υπέρ κομμάτων ή πολιτικών προσωπικοτήτων (Αlejandro, 2010), γεγονός που έχει οδηγήσει τους ειδησεογραφικούς οργανισμούς σε μια προσπάθεια ρύθμισης του τρόπου που χρησιμοποιούν οι δημοσιογράφοι τους λογαριασμούς τους στα social media, εκδίδοντας σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες[1] (Guerrero, 2018). Tην ίδια στιγμή, όμως οι δημοσιογράφοι που χρησιμοποιούν τα social media με στόχο να ξεκινήσουν μια συζήτηση με τους αναγνώστες, και όχι ως απλά εργαλεία διάχυσης της πληροφορίας, αξιολογούνται πιο θετικά από τους χρήστες, καθώς εκλαμβάνονται ως περισσότερο αξιόπιστοι (Jahng και Littau, 2015).

Tα social media, εκτός από εργαλείο αλληλεπίδρασης με το κοινό, έχουν ενταχθεί πλέον στην επαγγελματική ρουτίνα των δημοσιογράφων, καθώς αποτελούν πρόσφορο έδαφος για τον “ιδεασμό νέων ιστοριών”, αλλά και για την παρακολούθηση των θεμάτων που απασχολούν το κοινό, επιτρέποντας παράλληλα στους επαγγελματίες της ενημέρωσης να έχουν και την ματιά τους στραμμένη στον “ανταγωνισμό”, βλέποντας τη δουλειά των “αντιπάλων” (Willnat και Weaver, 2018).

Τα αποτελέσματα σχετικής μελέτης (Von Nordheim, 2018) που ανέλυσε την χρήση περιεχομένου από τα social media στα δημοσιογραφικά θέματα τριών έγκριτων εφημερίδων (Süddeutsche Zeitung, New York Times και Guardian) φανέρωσαν ότι ο αριθμός των “αποσπασμάτων” (quotes) που προέρχονται από τα  social media έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, με το Twitter, παρά τη σαφώς μικρότερη βάση χρηστών, να αναδεικνύεται σε “πρωταθλητή” των social media, όσον αφορά στη χρήση του ως δημοσιογραφικό εργαλείο. Άλλοι παράγοντες που ευνόησαν την ένταξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο επαγγελματικό ρεπερτόριο των δημοσιογράφων είναι η άνεση της νεότερης γενιάς των επαγγελματιών της ενημέρωσης με τις εν λόγω πλατφόρμες, ενώ ειδικά για το Twitter, τα αίτια της διείσδυσης του στη δημοσιογραφία ανιχνεύονται στην ευρεία χρήση του από τις κυρίαρχες ελίτ, καθώς αποτελεί ένα ισχυρό δίαυλο επικοινωνίας για «όσους καθόριζαν τους τίτλους των ειδήσεων την προ-ψηφιακή εποχή» (Von Nordheim, 2018).

Μελετώντας τις επιδράσεις των social media στο ψηφιακό περιβάλλον λειτουργίας της σύγχρονης αίθουσας σύνταξης υπό το πρίσμα του ιεραρχικού μοντέλου των επιδράσεων των Shoemaker και Reese, ο Ferrucci (2018) διαπίστωσε ότι η επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη δημοσιογραφία είναι ευδιάκριτη σε όλα τα επίπεδα (στο ατομικό, στο στάδιο της επαγγελματικής ρουτίνας, στο οργανωσιακό, στο θεσμικό και στο κοινωνικό επίπεδο).

Aπόρροια των παραπάνω είναι η διαμόρφωση μιας ιδιαίτερα σύνθετης αλληλεπίδρασης, η οποία από τη μία πλευρά καθορίζεται από τη λογική της δημοσιογραφίας, η οποία στηρίζεται σε συγκεκριμένες, παραδοσιακές επαγγελματικές τεχνικές και αξίες, και από την άλλη πλευρά αντανακλά την αυξανόμενη επιρροή της λογικής των social media, η οποία αποβλέπει στην ικανοποίηση συγκεκριμένων στόχων, όπως η εμπλοκή του κοινού (Broersma και Eldridge, 2019, σ.194).

Αρκετοί αναλυτές εστιάζουν στις επιδράσεις του φαινομένου στην ποιότητα της δημοσιογραφίας, με τους Lewis και Molyneux (2018, σ.16) να θέτουν έναν εύστοχο προβληματισμό όταν διερωτώνται τι “δεν κάνουν οι δημοσιογράφοι, εξαιτίας του χρόνου που  επενδύουν στη διαχείριση  των social media”, γεγονός που υπογραμμίζει το πώς τα social media αναδεικνύονται σε μια σημαντική πηγή πίεσης για τους δημοσιογράφους, στερώντας τους χρόνο από άλλες επαγγελματικές αρμοδιότητες.

Στον αντίποδα, τα αποτελέσματα σχετικής έρευνας του Reuters Institute (Newman, 2009) σε δημοσιογράφους σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο, φανέρωσε ότι η χρήση των social media στην επαγγελματική τους καθημερινότητα  δεν συνεπάγεται έκπτωση στις παραδοσιακές αξίες και αρχές της δημοσιογραφίας. Η ίδια μελέτη καταγράφει ότι αν και οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί έχουν αποδεχθεί ότι ίσως η μάχη για την πρωτιά της είδησης να είναι ένας χαμένος αγώνας στην εποχή των social media και του UGG,  εξακολουθούν να  «επενδύουν» στο να είναι οι καλύτεροι στην επαλήθευση και στην επιμέλεια των ειδήσεων.

Εν  κατακλείδι,  θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η ανάδυση των social media και η χρήση τους στο πεδίο της ενημέρωσης έχει δημιουργήσει μια σειρά αλλαγών στον τρόπο παραγωγής των ειδήσεων, στη διανομή της πληροφορίας, αλλά και στον τρόπο κατανάλωσής της  από το κοινό, οδηγώντας, όπως παρατηρούν οι Broersma και Eldridge (2019), σε μια αλλαγή των υπαρχόντων συσχετισμών στο δημοσιογραφικό πεδίο. Η αυξανόμενη επιρροή του κοινού στην διαδικασία παραγωγής των ειδήσεων (μέσω του καθορισμού των θεμάτων που παρεισφρέουν στον δημόσιο διάλογο) έχει οδηγήσει στη διάβρωση του ελέγχου του επαγγελματικού αντικειμένου των δημοσιογράφων από τους ίδιους τους επαγγελματίες (Lewis, 2012), αλλά και στην αναδιανομή της ισχύος στο δημοσιογραφικό πεδίο, η οποία από τα παραδοσιακά μέσα περνά πλέον στις εταιρείες που διαχειρίζονται τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης (Ekström και Westlund, 2019· Lewis και Molyneux, 2018, σ. 14).

Ωστόσο, όπως παρατηρεί η Ηarper (2010) ακόμη και μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον με τα ρευστά όρια ανάμεσα στους επαγγελματίες και τους μη επαγγελματίες, όπου οι αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων θα λειτουργούν ως ρεπόρτερ, η αξία και η συμβολή των δημοσιογράφων παραμένει πολύ σημαντική, καθώς οι τελευταίοι δεν θα ασχολούνται τόσο με τη διάδοση της πληροφορίας, όσο με την εξακρίβωση της αλήθειας της πληροφορίας. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει η ίδια, “aν θες να δεις τι λένε οι πολίτες ότι συμβαίνει τώρα μπες στο twitter, αν θες να δεις ποια είναι όντως η αλήθεια και τι μπορεί να είναι ψευδές, τσέκαρε το CNN ή τους New York Times”.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Alejandro, J. (2010). Journalism in the age of social media.Reuters Institute Fellowship Paper University of Oxford. Προσβάσιμο στο:https://reutersinstitute.politics.ox.ac.uk/our-research/journalism-age-social-mediaΗμερομηνία ΠρόσβασηςΜάιος 2019).

Broersma, M., & Eldridge, S.A. (2019). Journalism and Social Media: Redistribution of Power? Media and Communication, 7(1), 193-197.

Bullard, S. Β. (2013). Social media and journalism: What works best and why it matters. A paper prepared for presentation at the national convention of the Association for Education in Journalism and Mass Communication, Washington, D.C., Aug. 10, 2013.

Ekström, M., & Westlund, O. (2019). The dislocation of news journalism: A conceptual framework for the study of epistemologies of digital journalism. Media and Communication, 7(1), 259-270.

Ferrucci, P. (2018). Networked: Social media’s impact on news production in digital newsrooms. Newspaper Research Journal, 39(1), 6–17. https://doi.org/10.1177/0739532918761069.

Guerrero, R. (2010). The Ethical Issues of Social Media in Journalism; Do journalists need social media guidelines? Μedium. Προσβάσιμο στο: https://medium.com/@ryan.guerrero/the-ethical-issues-of-social-media-in-journalism-430c85ca8fd1(Ημερομηνία Πρόσβασης: Μάιος 2019).

Ηanusch, F., & Bruns, A. (2017). Journalistic Branding on Twitter: A Representative Study of Australian Journalists’ Profile Descriptions. Digital Journalism 5 (1), 26-43.

Harper, R. A. (2010). The Social Media Revolution: Exploring the Impact on Journalism and News Media Organizations. Inquiries Journal/Student Pulse, 2(03). Προσβάσιμο στο: http://www.inquiriesjournal.com/a?id=202 (Ημερομηνία Πρόσβασης: Μάιος 2019).

Jahng, M.R., & Littau, J. (2015). Interacting Is Believing: Interactivity, Social Cue, and Perceptions of Journalistic Credibility on Twitter. Journalism and Mass Communication Quarterly. doi: 0.1177/1077699015606680

Lasorsa, D. L., Lewis, S. C., & Holton, A. E. (2012). Normalizing Twitter: Journalism practice in an emerging communication space. Journalism Studies, 13(1), 19-36.

Lewis, C.S., & Molyneux, L. (2018). A Decade of Research on Social Media and Journalism: Assumptions, Blind Spots, and a Way Forward. Media and Communication, 6(4), 11-23.

Lewis, S. C. (2012). The tension between professional control and open participation: Journalism and its boundaries. Information, Communication and Society, 15(6), 836–866.

Newman, N. (2009). The rise of social media and its impact on mainstream journalism: A study of how newspapers and broadcasters in the UK and US are responding to a wave of participatory social media, and a historic shift in control towards individual consumers. Reuters Institute for the Study of Journalism. Προσβάσιμο στο: https: //reutersinstitute.politics.ox.ac.uk/sites/default/files/2017-11/The%20rise%20of%20social%20media%20and%20its%20impact%20on%20mainstream%20journalism.pdf (Ημερομηνία Πρόσβασης: Μάιος 2019).

Von Nordheim, G. (2018). Journalists Quote Social Media Content Ever More Frequently. European Journalism Observatory. Προσβάσιμο στο: https://en.ejo.ch/research/journalists-quote-social-media-content-ever-more-frequently (Ημερομηνία Πρόσβασης: Μάιος 2019).

Willnat, L., & Weaver, D. H. (2018). Social Media and U.S. Journalists. Digital Journalism, 6(7), 889-909.

 


[1]Σε κάποιες από τις βασικές οδηγίες των Νew York Times προς τους εργαζόμενους αναφορικά με τη χρήση των social media προβλέπεται ότι στις αναρτήσεις τους στα social media, οι δημοσιογράφοι δεν πρέπει να εκφράζουν υποστηρικτικές θέσεις απέναντι σε πολιτικές ή υποψηφίους, δεν θα πρέπει να προβαίνουν σε υβριστικά σχόλια και γενικότερα θα πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε ενέργεια ενδέχεται να βλάψει τη δημοσιογραφική φήμη των Times (New York Times, 2017).

Advertisements