Η επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη βιομηχανία της μόδας και στη δημοσιογραφία μόδας

Η ανάπτυξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ήταν ένα από τα μεγάλα φαινόμενα του 21ου αιώνα και η εξέλιξή τους επηρέασε σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής μας. Δεδομένου ότι είναι “χτισμένα’’ σε μεγάλο βαθμό γύρω από τις έννοιες της εικόνας και της διαδραστικότητας, η βιομηχανία της μόδας, αλλά και η δημοσιογραφία της μόδας ήταν αναμφίβολα ορισμένοι από τους μεγάλους δικαιούχους. Στην έρευνα παρουσιάζουμε την επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη βιομηχανία της μόδας και στη δημοσιογραφία μόδας, καταγράφοντας τις απόψεις 641 Ελλήνων καταναλωτών. Τα αποτελέσματα που προκύπτουν βοηθούν στην κατανόηση της δυναμικής των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, της σύγχρονης ψηφιακής δημοσιογραφίας, αλλά και των σύγχρονων μεθόδων μάρκετινγκ.

Ο αντίκτυπος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στις αίθουσες σύνταξης στην Ελλάδα

Tο παρόν κείμενο επιχειρεί να ανιχνεύσει τον αντίκτυπο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στον τρόπο εργασίας των Ελλήνων δημοσιογράφων. Η έρευνα που βασίζεται σχεδιάστηκε, εκπονήθηκε και ολοκληρώθηκε πριν την πανδημία που δημιουργεί μείζονες ανατροπές στον χώρο των μέσων ενημέρωσης παγκοσμίως, καθώς και στην χώρα μας. Το μέλλον είναι άδηλο για την εξέλιξη του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια. Η τηλεοπτική ενημέρωση ζει στιγμές μεγάλης δόξας, αλλά αυτό δεν απέτρεψε τους ιθύνοντες να προχωρήσουν σε μαζική αναστολή συμβάσεων δημοσιογράφων σε μια σειρά εκπομπών. Οι αναστολές συμβάσεων είναι γεγονός σε όλες σχεδόν τις εφημερίδες και μεγάλους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Η τηλεργασία και η κοινωνική απομόνωση φαίνεται να τόνωσαν τη δύναμη της διαδικτυακής ενημέρωσης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το υλικό που αντλήθηκε για δημοσιογραφική χρήση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποδεικνύει τη δυναμική που έχουν οι πλατφόρμες που εισέβαλαν στην ελληνική δημοσιογραφία την τελευταία δεκαετία.

Οδηγίες προς δημοσιογράφους για την κάλυψη του «Κορονοϊού»

Οδηγίες με βέλτιστες πρακτικές για την ενημέρωση του κοινού για την πανδημία του κορονοϊού στέλνουν προς τα διεθνή και εθνικά μέσα ενημέρωσης (κανάλια, ιστότοπους, εφημερίδες και ραδιοσταθμούς), Δημοσιογραφικές Ενώσεις, ΜΚΟ, κυβερνήσεις, ανεξάρτητες διοικητικές αρχές και ακαδημαϊκά ιδρύματα. Κοινός στόχος των οδηγιών και εντολών είναι η υπεύθυνη συμπεριφορά των δημοσιογράφων σε ευαίσθητα θέματα Υγείας για την αποφυγή παραπληροφόρησης, την πρόκληση πανικού και φυσικά τη διασπορά ψεύτικων ελπίδων για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Fake news: Η εποχή της ‘μετα-αλήθειας’ και ο ρόλος των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης

Τα αποτελέσματα των Αμερικανικών εκλογών και του Βρετανικού δημοψηφίσματος το 2016 έφεραν στο προσκήνιο τα λεγόμενα fake news, δηλαδή τις κατασκευασμένες ή ψεύτικες ειδήσεις. Το παρόν άρθρο μετά από μια σύντομη ιστορική αναδρομή στην διασπορά ψευδών ειδήσεων από τα ΜΜΕ, επικεντρώνεται στις Αμερικανικές εκλογές του 2016 και στο Βρετανικό δημοψήφισμα που διεθνώς έχουν θεωρηθεί ως σημεία αναφοράς στη σύγχρονη ιστορία της διασποράς ψευδών ειδήσεων. Το άρθρο εστιάζει στον καταλυτικό ρόλο που έπαιξαν οι αλγόριθμοι και οι πλατφόρμες των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης καθώς και τις επιπτώσεις που έχουν στην δημοσιογραφία και την δημοκρατία, εξετάζοντας συγχρόνως και την περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελλάδας, και τους τρόπους αντιμετώπισης του φαινομένου.

Social media και δημοσιογράφοι: Χτίζοντας ένα ισχυρό “brand name”

Αν και το 2018 ήταν σίγουρα μια “ατυχής” χρονιά για τα social media, η οποία σημαδεύτηκε από σκάνδαλα αναφορικά με την παραβίαση της ιδιωτικότητας των χρηστών (Facebook), αποτυχημένες στρατηγικές κινήσεις (η πανωλεθρία που συνόδευσε τον επανασχεδιασμό του Snapchat), καταγγελίες για ελλιπή μέτρα προστασίας ενάντια στη μάστιγα του on line bullying (Ιnstagram), η σχέση των social media με τη δημοσιογραφία έχει “κανονικοποιηθεί” σε τέτοιο βαθμό (Lasorsa, Lewis και Holton, 2012), που μοιάζει πλέον αδύνατο να διαρραγεί.

Η μετάβαση των ΜΜΕ στην ψηφιακή εποχή

Η βασική κρίση της δημοσιογραφίας, όμως, δεν αφορά τα επιχειρηματικά μοντέλα, την ποιότητα, την ηθική ή την αξιοπιστία. Είναι ότι η είδηση, η καρδιά της δημοσιογραφίας χάνει τη σημασία της κι επομένως την εμπορική της αξία. Η πρόκληση για τη δημοσιογραφία στα επόμενα χρόνια είναι να την επανεφεύρουμε, να διαφέρει από την απλή καταγραφή της είδησης, να αντιστέκεται στην αποπλάνηση της προπαγάνδας και τη σαγήνευση της διασκέδασης, να εγκαταλείψει τα τουιτ και τα λάικ και να επιστρέψει στο ρεπορτάζ. Κι αυτό μόνον με τη συνεχή επιμόρφωση και αναζήτηση γνώσης εκ μέρους των δημοσιογράφων μπορεί να επιτευχθεί. Αν και δεν έχει αναδυθεί ένα νέο μοντέλο στο πεδίο των μέσων ενημέρωσης, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα γίνει πραγματικότητα. Τούτο άλλωστε συνιστά η ιστορία της διεθνούς δημοσιογραφίας. Τόσο στην περίπτωση της έλευσης της ραδιοφωνίας, όσο και της τηλεόρασης η δημοσιογραφία και οι δημοσιογράφοι ανασυντάχτηκαν και επανάκαμψαν. Άλλωστε χωρίς αυτούς η κοινωνία δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον εαυτό της ούτε να συγκροτήσει νόημα από τα δρώμενα.

AP Photo/Darko Vojinovic

Οι Αναπαραστάσεις των ΜΚΟ στον Αθηναϊκό Τύπο

Οι Μη Κυβερνητικές Οργανώνεις (ΜΚΟ) έχουν απασχολήσει τα τελευταία χρόνια τα μέσα ενημέρωσης και την κοινή γνώμη, τις περισσότερες φορές θετικά και κάποιες φορές αρνητικά. Το Προσφυγικό Ζήτημα κατέστησε την παρέμβασή τους αναγκαία για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής αυτής κρίσης. Το παρόν κείμενο αποσκοπεί στο να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο αλλά και το βαθμό στον οποίο οι ΜΚΟ προβάλλονται στα ΜΜΕ. Συγκεκριμένα, αντικείμενο της έρευνας αποτελούν γνωστές Οργανώσεις σε συνάρτηση με γνωστές εφημερίδες/ ενημερωτικές ιστοσελίδες. Οι περισσότερες ΜΚΟ στο πλαίσιο της μελέτης αναδεικνύονται ικανοποιητικά από τα ΜΜΕ, αν και αυτό δεν είναι μια εύκολη πρακτική, καθώς ο βαθμός επιτυχίας των ΜΚΟ στον τομέα της επικοινωνίας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, διαπιστώσαμε ότι και οι ΜΚΟ αξιοποιούν σε μεγάλο βαθμό τα νέα μέσα για να προβάλουν τις δράσεις τους. Μερικές φορές μάλιστα δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στην προβολή του έργου τους στα νέα Μέσα σε σχέση με τα παραδοσιακά, ακολουθώντας τις επιταγές της ψηφιακής εποχής.