Η μετάβαση των ΜΜΕ στην ψηφιακή εποχή

του Στέλιου Παπαθανασόπουλου *

Πηγή: Elijah O’Donnell από την ιστοσελίδα Unsplash

Οι New York Times, το 1948, έγραφαν ότι το «αμερικανικό νοικοκυριό βρίσκεται στο κατώφλι μιας επανάστασης, […] η νοικοκυρά σπανίως γνωρίζει πού είναι η κουζίνα. Τα παιδιά αφήνουν το απογευματινό τους, ενώ ο πατέρας αφήνει ανοικτή στο χoλ την τσάντα του. Κι όλα αυτά γίνονται λόγω της ύπαρξης της τηλεόρασης». Πράγματι, η τηλεόραση ήταν ένα αξιοθαύμαστο φαινόμενο πριν από εβδομήντα χρόνια. Διάφορα επιχειρήματα υπέρ και εναντίον τού τότε νέου μέσου είχαν δει το φως της δημοσιότητας εκείνης της εποχής, αλλά το μήνυμα ήταν το ίδιο: η τηλεόραση θα άλλαζε τον κόσμο όπως τον γνώριζαν έως τότε οι άνθρωποι.

Ωστόσο, το διαδίκτυο φαίνεται τελικά ότι προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη επανάσταση σε σχέση με αυτήν της τηλεόρασης, και ο αντίκτυπός του θα είναι βαθύτερος από αυτόν της μικρής οθόνης. Αξίζει να αναλογιστεί κανείς ότι αναπτύσσεται με τριπλάσια ταχύτητα σε σύγκριση με εκείνη της τηλεόρασης. Μετά δυσκολίας θεωρείτο νέο μέσο πριν από λιγότερο από δεκαπέντε χρόνια, ενώ σήμερα έχει περισσότερους από 7 δισεκατομμύρια χρήστες στον κόσμο, προσφέροντάς τους έναν αστείρευτο όγκο πληροφοριών και μια ακατάπαυστη ροή ενημέρωσης, ανταλλαγής μηνυμάτων, ψυχαγωγίας, ταινιών και βίντεο (υλικό που παράγεται συχνά από τους ίδιους τους χρήστες του, οι οποίοι και το δημοσιοποιούν  στο διαδίκτυο).

Καθώς βρισκόμαστε στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, οι περισσότεροι μελετητές αναρωτιούνται ποια θα είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του κόσμου που έρχεται σε μια εποχή που το ραδιόφωνο οδηγείται στην τρίτη περίοδο της ιστορίας του, η τηλεόραση ενοποιείται με τον υπολογιστή και τις τηλεπικοινωνίες, οι παραδοσιακές, «χάρτινες» εφημερίδες μάλλον εγκαταλείπουν το μάταιο τούτο κόσμο, και το διαδίκτυο διαφέρει κατά πολύ από αυτό που οραματίζονταν οι πρωτεργάτες του στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Στην πράξη, οι εκτιμήσεις είναι άλλοτε αφελώς υπερβολικές, κι άλλοτε απελπιστικά απαισιόδοξες. Αλλά κι αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο στο πεδίο της επικοινωνίας. «Η μέση αμερικανική οικογένεια δεν έχει χρόνο να βλέπει τηλεόραση», έγραφαν οι New York Times το 1939. Στην Ελλάδα, κάποιοι, που ούτε θέλουν να το θυμούνται, θεωρούσαν την τηλεόραση ως «τον διάβολο στα σπίτια μας», και κάποιοι άλλοι αρνούνταν πεισματικά να τη βάλουν στο σπίτι τους. Οι μεν τελικά έκαναν εκπομπές στην τηλεόραση, οι δε έχουν πλέον από μία τηλεόραση σχεδόν σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού τους. Πριν από είκοσι σχεδόν χρόνια, λίγοι γνώριζαν για το διαδίκτυο ή αναφέρονταν σ’ αυτό. Σήμερα, δεν περνά μέρα χωρίς κάτι να ειπωθεί ή να γραφτεί για αυτό, οι περισσότεροι πολίτες δηλώνουν ότι ενημερώνονται από το διαδίκτυο και τα τελευταία χρόνια από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ κάποιοι άλλοι συνεχίζουν να δημιουργούν νέες επικερδείς επιχειρήσεις εντός του διαδικτύου.

Το βέβαιο είναι, όμως, ότι όσο ο κόσμος εξελίσσεται και παράλληλα γίνεται όλο και πιο σύνθετος, τόσο περισσότερο τα μέσα επικοινωνίας θα καταλαμβάνουν κυρίαρχη θέση και συχνά θα υπερισχύουν άλλων τομέων της κοινωνίας, αλλά και της οικονομίας. Ακόμα, οι περισσότεροι κοινωνικοί θεσμοί, αν όχι όλοι, εξαναγκάζονται να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της σύγχρονης «διαμεσολαβημένης» κοινωνίας. Με άλλα λόγια, η διαμόρφωση και η πορεία των σύγχρονων κοινωνιών εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα μέσα ενημέρωσης και την επικοινωνία, τα οποία αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη εμβέλεια, και λειτουργούν ανάμεσα και κατά μήκος διαφορετικών κρατών και περιοχών.

Αν ανατρέξουμε  τους τελευταίους δύο αιώνες, θα δούμε να πραγματοποιούνται συνεχείς μεταβολές στην πορεία και την εξέλιξη της τεχνολογίας της εποικοινωνίας. Στην περίοδο αυτή, βλέπουμε μια μετατόπιση από την κυριαρχία των έντυπων μέσων στα οπτικοακουστικά μέσα, και πιο πρόσφατα σε έναν νέο μετασχηματισμό των μέσων επικοινωνίας, προς την ανάπτυξη ολοκληρωμένων και ψηφιακών επικοινωνιακών συστημάτων. Τα συστήματα αυτά ενοποιούν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές με όλα τα πρώην διαφορετικά μέσα, δημιουργώντας ένα πολύπλοκο πολυμεσικό περιβάλλον, όπου έχουν γίνει δυσδιάκριτα τα παραδοσιακά προσδιορισμένα όρια ανάμεσα στην ανάγνωση και τη γραφή, και ανάμεσα στην οπτική και την ακουστική επικοινωνία.

Γεγονός επίσης είναι ότι στις μέρες μας βρισκόμαστε ενώπιον μιας ταχύτατης και σημαντικής μετάβασης, στην οποία οι  θεσμοί των μέσων ενημέρωσης και οι διαδικασίες βρίσκονται στο επίκεντρο των εντάσεων, ενώ αβεβαιότητες προκαλούνται από την ταχύτητα της τεχνολογικής αλλαγής.

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είναι γεγονός ότι η  εξέλιξη των μέσων επικοινωνίας είναι μέρος του εκσυγχρονισμού της κοινωνίας και της αναπροσαρμογής της δημόσιας σφαίρας.

Τι πρόκειται να συμβεί, όμως, σε μια εποχή στην οποία η κοινωνία ευνοεί και πριμοδοτεί την ανάπτυξη των νέων ψηφιακών μέσων, βασικό χαρακτηριστικό των οποίων είναι η δυνατότητα αμφίδρομης και πολλαπλής επικοινωνίας ανάμεσα στον/στους πομπό/-ούς και τον/τους δέκτη/-ες; Ποιες επιπτώσεις θα επιφέρει αυτή η νέα μορφή επικοινωνίας στην κοινωνία;

Στο πρόσφατο παρελθόν οι πολίτες βασίζονταν για την ενημέρωσή τους κυρίως στα κεντρικά δελτία ειδήσεων των μεγάλων τηλεοπτικών δικτύων και στον Τύπο. Σήμερα η κατάσταση αυτή έχει μεταβληθεί άρδην. Η ταχεία ανάπτυξη του διαδικτύου και των ψηφιακών μέσων που δραστηριοποιούνται στο πεδίο της ενημέρωσης, έχουν οδηγήσει στη δημιουργία ενός κατακερματισμένου ενημερωτικού περιβάλλοντος και, συνεπώς, σε έναν αυξημένο ανταγωνισμό.

Ταυτόχρονα έχουν αναδυθεί νέοι μεσάζοντες όπως οι «πάροχοι»,  οι οποίοι αθόρυβα έχουν επιβληθεί κι έχουν εκτοπίσει τους παραδοσιακούς μεγιστάνες σε διεθνές και ταυτόχρονα τοπικό επίπεδο.

Το ελληνικό πεδίο

Πηγή: Markus Spiske από την ιστοσελίδα Unsplash

Μέσα σε αυτό το ρευστό διεθνές περιβάλλον τι άραγε θα μπορούσε να πει κανείς για την μετάβαση των ελληνικών ΜΜΕ στην ψηφιακή εποχή;

Καθώς τα ελληνικό πεδίο των μέσων επικοινωνίας έχει ολοκληρώσει σχεδόν τριάντα χρόνια από την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης, εδώ και μια δεκαετία τα ελληνικά ΜΜΕ, και ιδίως οι εργαζόμενοι σε αυτά, άρχισαν να βιώνουν τις συνέπειες των φιλοδοξιών και ενδεχομένως των μεγαλεπήβολων επεκτάσεων και σε τελική ανάλυση του ανορθολογισμού και του μεταπρατικού χαρακτήρα που χαρακτηρίζει την ελληνική επικοινωνία και κοινωνία.

Έτσι, σε ένα πεδίο χωρίς τις ανάλογες υποδομές, και σε μια μικρή σε μέγεθος αγορά, ανεπαρκή να υποστηρίξει ένα πλήθος επικοινωνιακών εκροών είτε πρόκειται για εφημερίδες, είτε για περιοδικά, κανάλια, ραδιόφωνα, ψηφιακές πλατφόρμες και διαδικτυακές πύλες, η κρίση ήταν αναμενόμενη. Η οικονομική κρίση και η έλευση του διαδικτύου απλώς διόγκωσαν την ήδη προϋπάρχουσα κρίση των μέσων.

Το ζητούμενο είναι εάν και κατά πόσο έχουμε μάθει κάτι από τις εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας. Ενδεχομένως, ως καθαρόαιμοι φορείς μιας «μεταπρατικής νοοτροπίας», να μην έχουμε αποκομίσει τίποτε, όπως ακριβώς κάναμε τα προηγούμενα τριάντα χρόνια, δηλαδή «προχωράμε κι όπου βγει».

Πώς μπορεί να ισχύσει οποιαδήποτε πρόβλεψη για τις συνθήκες της ψηφιακής εποχής μέσα από αυτό το πρίσμα; Αν το παρελθόν και το παρόν προδιαγράφουν το μέλλον, τότε μια τέτοια πρόβλεψη είναι περισσότερο ασφαλής από οποιαδήποτε άλλη. Άλλωστε, η χώρα μας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα που επιβεβαιώνει ότι οι κάθε είδους μελέτες μηδαμινή σημασία έχουν για τη χάραξη στρατηγικής, τουλάχιστον στο χώρο της μαζικής επικοινωνίας. Κι αυτό γιατί στη χώρα μας τα μέσα επικοινωνίας δε λειτουργούν ως επιχειρήσεις με γνώμονα τη σχέση κόστους-οφέλους, αλλά έχοντας ως βασικότερη προτεραιότητα άλλες σκοπιμότητες, συμφέροντα και επιδιώξεις. Από την άλλη πλευρά, όταν σε άλλες χώρες της Ευρώπης οι εξελίξεις όσον αφορά την πορεία των μέσων επικοινωνίας χρειάζονται ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να ολοκληρωθούν, στην Ελλάδα συντελούνται σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, αν κρίνει κανείς την πορεία του Τύπου, των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, παρά τον υψηλό βαθμό προσαρμοστικότητας που επιδεικνύουν τα ελληνικά ΜΜΕ να μην μπορούν να εμπεδώσουν τα αίτια και την εξέλιξη αυτών των διεθνών επιδράσεων. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι διακρίνεται έντονα μία τάση μιμητισμού στο εγχώριο πεδίο, έχει ως αποτέλεσμα κανένα μέσο, όποια πρόταση και εάν υιοθετήσει, να μη διαθέτει διάρκεια, άρα και απόσβεση της επένδυσής του.

Καθώς η εποχή των «παχιών αγελάδων» μας έχει αφήσει προ πολλού, και σε συνδυασμό με την κρίση που επικρατεί στην οικονομία, τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, τη συνεχιζόμενη αδυναμία του ελληνικού χρηματιστηρίου να ανακάμψει, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια, όπως στο παρελθόν για επιδείξεις «αλόγιστης επέκτασης» στο χώρο των μέσων.

Δεν θα πρέπει άλλωστε να μας διαφεύγει το γεγονός ότι πριν σχεδόν μια εικοσαετία πολλές επενδύσεις και νέα επιχειρηματικά εγχειρήματα έγιναν κατά τη διάρκεια εισόδου στο χρηματιστήριο διαφόρων εταιρειών και επιχειρηματικών ομίλων, προφανώς θέλοντας οι εταιρείες να δείξουν στους επενδυτές ότι είναι εύρωστες επιχειρήσεις με όραμα, στρατηγική και συναφείς υπερβολές, απόρροια ενδεχομένως της χρυσής εποχής του χρηματιστηρίου. Κατά τη δική μου εκτίμηση ο θάνατος του εκδότη Χρήστου Λαμπράκη (21/12/2009) συμβολίζει το τέλος εποχής στα παραδοσιακά ελληνικά ΜΜΕ, τουλάχιστον όπως τα γνωρίζαμε έως σήμερα. Αλήθεια ποιος θα πρόβλεπε πριν την κρίση ότι σήμερα δεν θα υπήρχαν το Mega, το Alter ή η Ελευθεροτυπία αλλά ούτε κι ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη;

Στον τομέα των εφημερίδων, η μέση κυκλοφορία παρουσιάζει μια επίμονη πτώση. Τούτο σηματοδοτεί –γνωστό άλλωστε σε όλους– ότι η ελληνική αγορά υπό τις παρούσες συνθήκες, ιδίως σε μία περίοδο όταν εγκαταλείπουμε το «Γαλαξία του Γουτεμβέργιου» και  οδεύουμε με γοργά ή αργά βήματα προς το «Γαλαξία του Διαδικτύου» είναι εξαιρετικά δύσκολο όχι μόνον να υποστηρίξει νέους τίτλους, αλλά και να συντηρήσει τους ήδη υπάρχοντες. Και δεν είναι μόνον αυτό.

Καθώς νέοι τίτλοι εφημερίδων συνεχώς εμφανίζονται, εξίσου συχνά αναστέλλουν την κυκλοφορία τους και συμπαρασύρουν δημοσιογράφους και άλλους εργαζόμενους και τους εντάσσουν σε έναν διαρκώς διογκούμενο «εφεδρικό στρατό ανεργίας», ενώ οι υπόλοιποι τελούν σε ένα καθεστώς μόνιμης ανασφάλειας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Η κατάσταση όμως εμφανίζεται δυστυχώς δυσμενέστερη. Αρκετοί επικοινωνιακοί οργανισμοί και επιχειρήσεις λόγω ανορθολογικών επενδύσεων ή ανυπομονησίας για γρήγορη απόσβεση σε συνδυασμό με την καταβαράθρωση των αγορών, αντιμετωπίζουν έντονα οικονομικά προβλήματα. Οι εργαζόμενοι ακόμη και στις λίγες  οικονομικά υγιείς (;) επιχειρήσεις των μέσων νιώθουν το ίδιο ανασφαλείς με τους υπόλοιπους συναδέλφους τους, κατά μέσο όρο οι εργοδότες τους οφείλουν 2 μηνιάτικα, οι οποίοι επινόησαν ένα νέο είδος διαρκούς εσωτερικού δανεισμού.

Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στον περιοδικό Τύπο, ο οποίος αφού κατέγραψε μια συνεχή αναπτυξιακή πορεία στη δεκαετία του 1990, αντιμετωπίζει πλέον με προβληματισμό και έντονη ανησυχία το μέλλον του χώρου, ιδίως από τότε που αρκετές εφημερίδες μετατράπηκαν σε «εφημερο-περιοδικά» (εδώ και μια δεκαετία) και από την ανάπτυξη του διαδικτύου.

Αν η διαφήμιση είναι το «DNA» της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης, τότε οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί θα πρέπει να ανησυχούν. Η πάλαι ποτέ «τρελή αυξητική πορεία» της διαφημιστικής δαπάνης αποτελεί πια «νοσταλγικό παρελθόν» προκαλώντας πονοκέφαλο (και βεβαίως γκρίνιες και απολύσεις) στους ιθύνοντες των σταθμών. Το ότι δεν διαθέτουμε τα τελευταία χρόνια δημοσιευμένα στοιχεία για την πορεία της διαφήμισης προοιωνίζει ότι  η αποκαλούμενη από-επένδυση θα συνεχιστεί με ότι αυτό συνεπάγεται για τους εργαζόμενους στα μέσα. Καθώς δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές, οι προϋπολογισμοί θα είναι πιο «σφικτοί» με προφανώς αρνητικά αποτελέσματα όσον αφορά στην ποιότητα του προσφερόμενου προγράμματος. Το γεγονός ότι τα κανάλια επενδύουν σε κάθε λογής ριάλιτι είναι μια ένδειξη του τι πρόκειται να επακολουθήσει στο κλάδο της παραγωγής.

Αλλά ας είμαστε λίγο αισιόδοξοι. Το 2018 ήταν έτος ορόσημο για τις τηλεοπτικές άδειες, αφού από το 1989 έως πέρυσι, η εκάστοτε πολιτική εξουσία ισχυρίζονταν διαρκώς ότι το κάθε έτος θα ήταν η «χρονιά των τηλεοπτικών αδειών». Πρόκειται για ένα θέμα που εμφάνιζε μια περιοδικότητα που κατά περίεργο τρόπο συνδεόταν με τις μακρές προεκλογικές περιόδους της χώρας. Βέβαια και το 2019 ως έτος, διαδοχικών ή all-together, εκλογών μπορεί να δρομολογήσει νέες συζητήσεις, αντιπαραθέσεις και αμφισβητήσεις αφού εναπομένουν οι άδειες των θεματικών και περιφερειακών σταθμών και οι δύο άδειες εθνικής εμβέλειας (για τη μία ήδη έχει τεθεί αίτημα από τον όμιλο Μαρινάκη).

Η κατάργηση του πρώην Υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ, στην πραγματικότητα των Γενικών Γραμματειών Επικοινωνίας και Ενημέρωσης και η αντικατάστασή τους από το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης ήταν κάτι που προσωπικά το πρότεινα από το 2004 και ήταν επιβεβλημένο στην εποχή της σύγκλισης των μέσων και της ψηφιακής εποχής.

Βέβαια, οποιαδήποτε πρόβλεψη για την πορεία των ελληνικών μέσων επικοινωνίας είναι τόσο επισφαλής, όσο και η πρόβλεψη του δελτίου καιρού για τον επόμενο μήνα. Ιδιαίτερα σε μια χώρα της οποίας οι πολίτες διακατέχονται μεν από έναν έντονο επικοινωνισμό, αλλά δεν επικοινωνούν ουσιαστικά μεταξύ τους και θεωρούν ότι όλα τα προβλήματά τους θα τα λύσουν οι «έξυπνες επικοινωνιακές συνταγές».

 Όμως, χρόνο με το χρόνο καθίσταται εμφανές ότι τα ελληνικά μέσα εισέρχονται σε μια περίοδο συρρίκνωσης και θα επικρατήσει ένας μικρός αριθμός των αποκαλούμενων παραδοσιακών μέσων (εφημερίδων, περιοδικών, ραδιοφωνικών, τηλεοπτικών σταθμών) κι ένας μεγαλύτερος ψηφιακών μέσων, όσο αυτά προσφέρονται δωρεάν από τους παρόχους.

Κοντολογίς, μέσα σε μια εικοσαετία, τα ελληνικά μέσα επικοινωνίας και ενημέρωσης περιήλθαν από μια φάση ενθουσιασμού, ενδεχομένως και αθωότητας, σε μια φάση έντονου κορεσμού και επισφάλειας.

Το ερώτημα πλέον που προκύπτει ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στο χώρο της δημοσιογραφίας και τους δημοσιογράφους. Η δημοσιογραφία και οι δημοσιογράφοι μπορεί να αντιστέκονται στην όποια πολιτική εξουσία, αλλά είναι νομοτελειακά ευάλωτοι στην εργοδοσία αλλά και την τεχνολογία.

Αν αυτό ισχύει τότε προς τα πού θα έπρεπε να στραφεί ο κόσμος της δημοσιογραφίας; Κατά τη δική μου εκτίμηση η δημοσιογραφία και οι δημοσιογράφοι θα πρέπει α) να επανακτήσουν την αξιοπιστία τους, β) να αναζητούν διαρκή κατάρτιση και γ) να επινοήσουν νέα επιχειρηματικά μοντέλα.

Α) Αξιοπιστία

Πηγή: Από την ιστοσελίδα sputniknews.com

Στο μεγαλύτερο μέρος της Μεταπολίτευσης, τα μέσα ενημέρωσης, και ο Τύπος ιδιαίτερα, ήταν από τους πιο αξιόπιστους θεσμούς της κοινωνίας μας. Σε αυτή τη «χρυσή εποχή», διακεκριμένοι δημοσιογράφοι αποτελούσαν σεβαστές προσωπικότητες. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι όσες φορές αποφάσιζαν να εισέλθουν στον πολιτικό στίβο κατελάμβαναν τις πρώτες προτιμήσεις των ψηφοφόρων.

Σήμερα, τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, όπως προανέφερα, έχουν εισέλθει σε πορεία απομάγευσης. Ακόμη χειρότερα: Όλο και περισσότεροι πολίτες δηλώνουν ότι δεν τα εμπιστεύονται και προτιμούν να ενημερώνονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η μείωση της αξιοπιστίας συνοδεύθηκε από την έλευση των ψηφιακών μέσων, την επέλαση της δημοσιογραφίας των πολιτών και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και της πόλωσης που εκτός των άλλων οδήγησαν στον κατακερματισμό όχι μόνον της ειδησεογραφίας, αλλά και της δημοσιογραφίας, η οποία όλο και περισσότερο «αυτοματοποιείται».

Καθώς το τοπίο της ενημέρωσης κατακερματίζεται, η αξιοπιστία των μεγάλης εμβέλειας μέσων ενημέρωσης έχει τεθεί σε καθεστώς μόνιμης αμφισβήτησης. Ταυτόχρονα δέχονται συνεχή κριτική, ενώ καλούνται να ανταγωνιστούν μέσα που λειτουργούν στη λογική της «κουλτούρας του τζάμπα» ή οικειοποιούνται το περιεχόμενό τους.

Βρισκόμαστε τελικά σε σημείο παρακμής της ενημέρωσης; Στο παρελθόν οι δημοσιογράφοι ήταν ισχυροί φύλακες της δημοκρατίας, διατηρούσαν υψηλά πρότυπα πολιτικού λόγου (οι περισσότεροι έγραφαν καλά ελληνικά) και επέκριναν την ανάρμοστη συμπεριφορά των κρατικών αξιωματούχων (όταν μπορούσαν βεβαίως).

Στις μέρες μας οι δημοσιογράφοι όχι μόνο δεν χαίρουν της εμπιστοσύνης του κοινού, αλλά λόγω της διάδοσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης κινδυνεύουν να γίνουν «ακόλουθοι» παρά «καθοδηγητές». Έτσι, στην πράξη αφήνουν έτσι  τον πολίτη ανυπεράσπιστο στους απανταχού λαϊκιστές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι τελευταίοι χρησιμοποιούν εντόνως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, των οποίων οι χρήστες τις περισσότερες φορές έχουν εθιστεί στα τσιτάτα των ποστ, στα κλικ και στα λάικ, δημιουργώντας μια δυναμική που το πεδίο της ενημέρωσης είχε να συναντήσει από την εποχή της μεγάλης απήχησης των σκανδαλοθηρικών εφημερίδων.

Είναι αναστρέψιμη αυτή η κατάσταση και η δημοσιογραφία να επιστρέψει στη θέση της; Μπορεί ως χώρα να μην είχαμε ποτέ ουδέτερο Τύπο ούτε να ήμασταν λάτρεις του Τύπου, αφού οι εφημερίδες ουδέποτε απέκτησαν μαζικότητα με την πλήρη έννοια του όρου, αλλά είχαμε κάποιας μορφής σοβαρή δημοσιογραφία.

Σήμερα, όλα ανάγονται στο επίπεδο της σκανδαλοθηρίας, του εντυπωσιασμού και της παρασκηνολογίας. Στις  εφημερίδες, και ιδίως στους ιδιοκτήτες τους, αξίζει να γίνονται αποδέκτες ενός τόνου επικρίσεων, ιδίως για το γεγονός ότι δεν ενδιαφέρθηκαν να δημιουργήσουν συνήθειες ανάγνωσης στις νεότερες γενιές (θυμηθείτε απλώς τις προσφορές της δεκαετίας του 1990), αλλά δεν τους αξίζει, ας το πω κομψά, η αμφισβήτηση που δέχονται συστηματικά.

Πολλοί επικρίνουν τον Τύπο ότι δεν είναι πολιτικά ανεξάρτητος. Αλήθεια, πότε ακριβώς ήταν; Μήπως τα ψηφιακά μέσα και τα μπλογκ είναι περισσότερο ανεξάρτητα από τις εφημερίδες; Συχνά υποστηρίζεται ότι οι εφημερίδες και οι εκδότες τους ανεβοκατέβαζαν κυβερνήσεις, αλλά παραβλέπεται ότι οι πολιτικοί με διάφορες ρυθμίσεις και δάνεια πάντα ήλεγχαν έμμεσα τον Τύπο και τους εκδότες.

Όσο για το κοινό, αξίζει να σημειωθεί ότι όποτε ο Τύπος και η τηλεόραση προσέφεραν σοβαρή ενημέρωση, οι κυκλοφορίες και τα ποσοστά τηλεθέασης μειώνονταν. Όμως τα περισσότερα ψηφιακά μέσα, ιδίως στην Ελλάδα, θα ήταν άχρηστα χωρίς το πρωτότυπο περιεχόμενο των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης.

Β) Διαρκής κατάρτιση

Σε μια εποχή που η δημοσιογραφία και ο δημοσιογράφος έχουν συρρικνωθεί σ’ ένα ρόλο του απλού προμηθευτή των γεγονότων, το κυρίαρχο «υπαρξιακό» ερώτημα είναι, εάν η σύγχρονη δημοσιογραφία καθίσταται περιττή και κατ’ επέκταση: ποιος θα ήθελε να γίνει δημοσιογράφος στις μέρες μας.

 Γεγονός είναι ότι σε μια εποχή όπου πολλαπλασιάζεται ο όγκος των πληροφοριών, έχει θεωρηθεί ότι το διαδίκτυο θα οδηγήσει στην επανίδρυση της δημοσιογραφίας σε μια καλύτερη μορφή. Το διαδίκτυο θα προκαλέσει την πλήρη απελευθέρωση της δημοσιογραφίας, αφού η διαδραστικότητα του θα επιφέρει την εξαφάνιση της «παλαιάς τάξης» της δημοσιογραφίας και θα συμβάλλει στην ανάδυση όχι μόνον νέας αλλά και καλύτερης μορφής δημοσιογραφίας.

Τώρα ποιοι επενδύουν στη δημοσιογραφία είναι άλλο ερώτημα. Οι «συναθροιστές» περιεχομένου (content aggregators) δεν αποτελούν εναλλακτικές δημοσιογραφικές πηγές. Αποτελούν όμως σχεδόν μονοπωλιακούς αποδέκτες της διαφημιστικής δαπάνης, αφού σχεδόν το 80% της διαδικτυακής διαφήμισης οδεύει στο Facebook & Google.

Ούτε έχει συνδέσει το διαδίκτυο το πλήθος των μπλόγκερ με ένα μαζικό ακροατήριο. Άλλωστε, οι περισσότεροι μπλόγκερ δεν έχουν το χρόνο να διερευνήσουν διεξοδικά τα θέματα που αναρτούν στις ιστοσελίδες τους. Ακόμη, η επιβίωση των ιστοσελίδων τους εξαρτάται αφενός από το «μεράκι» τους γι’ αυτό που κάνουν, αφού μόνοι τους προσπαθούν να ανταπεξέλθουν στα έξοδά τους. Κάτι τέτοιο όμως μειώνει την ικανότητά τους να «χτίσουν» ένα ικανοποιητικό σε μέγεθος ακροατήριο.

Όπως συνιστούν διεθνείς μελέτες, η δημοσιογραφία αντί να αναγεννιέται, όπως προβλεπόταν από τους υπερασπιστές του διαδικτύου, έχει εισέλθει σε μια πορεία υποβάθμισης. Λιγότεροι δημοσιογράφοι αναμένεται να δημιουργούν περισσότερο περιεχόμενο, ως επακόλουθο της συνεχιζόμενης συρρίκνωσης των αιθουσών σύνταξης, της ενοποίησης της online και offline παραγωγής ειδήσεων και της ανάγκης ανανέωσης των θεμάτων σε εικοσιτετράωρη βάση. Τα περιορισμένα μέσα συνεισφέρουν γενικά στην αυξανόμενη εξάρτηση από ένα είδος δημοσιογραφίας, η οποία γίνεται όλο και συχνότερα, από το γραφείο, παρά εκεί που βρίσκεται ο παλμός των ειδήσεων.

Σε μια εποχή που η κοινή γνώμη αναζητείται μέσα από τις «αυτοματοποιημένες» έρευνες δημοσκόπησης, η χρονική διαφορά ανάμεσα στο γεγονός και τη δημοσιογραφική κάλυψη μειώνεται, ενώ η μέση διάρκεια ζωής των θεμάτων της δημόσιας θεματολογίας περιορίζεται, η δημοσιογραφία πρέπει και πάλι να επαναπροσδιορίσει  και να αναζητήσει τη θέση της σε μια κοινωνία που αλλάζει,.

 Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν μια καινοτομία αλλά όταν πρόκειται για έκτακτη είδηση μπορούν να αποτελέσουν ταυτόχρονα ευλογία και κατάρα. Τόσο το Facebook όσο και κυρίως το Twitter μπορούν να προσφέρουν επιτόπιο ρεπορτάζ με μια αμεσότητα που κάποτε ήταν αδιανόητη. Μπορούν να διαδίδουν, επίσης, φήμες και ψευδείς πληροφορίες στο χρόνο που χρειάζεται για να πληκτρολογήσει κανείς 140 χαρακτήρες στο «έξυπνο κινητό» του.

Μα εάν ισχύουν αυτά γιατί όλος ο κόσμος, με προεξέχοντες τους Έλληνες και τους Βορειοκορεάτες, προτιμούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για την ενημέρωσή τους; Μελέτες στο εξωτερικό καταλήγουν  στο συμπέρασμα ότι τα άτομα που ενημερώνονται κυρίως διαμέσου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης το κάνουν αυτό γιατί προτιμούν να παραμένουν διασυνδεδεμένα με άλλους ανθρώπους, να διατηρήσουν τις σχέσεις, καθώς και να συζητούν και να σχολιάζουν τα θέματα της επικαιρότητας με φίλους τους διαμέσου των κοινωνικών  δικτύων.

Παράλληλα, η κοινωνική διάσταση της πληροφορίας εξατομικεύεται σε αυξητική κλίμακα. Είναι πλέον όλο και περισσότερο δύσκολο να οργανώσει κανείς τις πληροφορίες, να τις συγκεντρώσει και να προκαλέσει κάποιο έλλογο διάλογο. Η «δημοσιογραφία» -εάν ποτέ υπήρξε ως τέτοια- φαίνεται να καταρρέει. Από τη μια πλευρά, υπάρχει ανάγκη για «μεσίτες» της πληροφορίας, και από την άλλη, για διαχειριστές του δημοσίου διαλόγου. Ελάχιστοι υποθέτω θα διαφωνούσαν ότι η λειτουργία της δημοσιογραφίας με την παραδοσιακή της μορφή μεταλλάσσεται, αφού το επάγγελμα της δημοσιογραφίας παραμένει ένα από τα τελευταία οχυρά της γενίκευσης σε μια κοινωνία που διαρκώς εξειδικεύεται και κατακερματίζεται.

Δεν παραβλέπεται βεβαίως ότι ο μεγαλύτερος βαθμός ατομικής ελευθερίας των πολιτών παράγει, περισσότερο παρά ποτέ, την ανάγκη για κοινό προσανατολισμό. Ούτε επίσης παραβλέπεται ότι ο προσανατολισμός του κοινού θα είναι ενδεχομένως η πιο σημαντική αποστολή των δημοσιογράφων του μέλλοντος- μια αποστολή που επιζητά από τους δημοσιογράφους να αναγνωρίζουν ότι φέρουν ευθύνες και πως οι ικανότητες τους δεν θα περιορίζονται αποκλειστικά στις παραδοσιακές δημοσιογραφικές πρακτικές και θέματα, αλλά θα προσφέρουν τη σύγχρονη εικόνα του κόσμου. Για να γίνει αυτό εφικτό οι δημοσιογράφοι χρειάζεται να ανανεώνουν συνεχώς τις γνώσεις για να διατηρούν το συγκριτικό πλεονέκτημα στη μάχη της παροχής της ενημέρωσης, γνώσεις όχι μόνον για τις εφαρμογές των τεχνολογικών εξελίξεων στο επάγγελμα, αλλά και γνώσεις με βάση τις οποίες οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι θα διατηρήσουν την υπεροχή τους στον κόσμο της ενημέρωσης.

Γ) νέα επιχειρηματικά μοντέλα

 Για κάθε συζήτηση που ξεκινά κανείς για το μέλλον της δημοσιογραφίας, το ερώτημα που έρχεται αμέσως στο μυαλό είναι: ποιο είναι το νέο επιχειρηματικό μοντέλο στο πεδίο της ενημέρωσης;  Ή καλύτερα τι πρέπει να κάνει το νέο μοντέλο σε έναν κόσμο, όπου ο μέσος πολίτης όλο και συχνότερα αντιμετωπίζει την ενημέρωση ως μια υπηρεσία που παρέχεται δωρεάν (ή τουλάχιστον, επιχορηγείται από κάποιον άλλο)

Εάν είναι δωρεάν πώς μπορεί να χρηματοδοτηθεί ο κλάδος; Η διαφήμιση είναι εμφανές ότι δεν επαρκεί να καλύψει αυτό το πλήθος των μέσων, παραδοσιακών και ψηφιακών.

Τα περιβόητα paywalls εμφανίστηκαν ως η πανάκεια για την οικονομική επιβίωση της δημοσιογραφίας στην ψηφιακή εποχή. Τα μοντέλα paywalls αποσκοπούν να επιτύχουν μια λεπτή ισορροπία: προσφέρουν ικανοποιητικό αριθμό «δωρεάν» άρθρων, ώστε να μην αποθαρρύνουν πιθανούς νέους αναγνώστες από το να επισκέπτονται το διαδικτυακό τόπο της εφημερίδας ή ειδησεογραφικού μέσου κι από την άλλη πλευρά προσφέρουν πακέτα συνδρομών στους «αφοσιωμένους» αναγνώστες τους. Μάλιστα, δεν είναι λίγοι αυτοί που εκτιμούν ότι το «κλειδωμένο περιεχόμενο» ενδύεται με υπεραξία στο φαντασιακό του αναγνώστη, ο οποίος είναι διατεθειμένος να πληρώσει για να αποκτήσει πρόσβαση στο «περιεχόμενο που δεν είναι για όλους».

Ποιοι έχουν εμφανίσει επιτυχία; Μόνον όσοι είχαν την αποκαλούμενη «συνδρομητική κουλτούρα». Όσοι για παράδειγμα,  θαυμάζουν και επικαλούνται το μοντέλο των «New York Times» και τη μετακίνηση ενός μεγάλου μέρους των αναγνωστών/ συνδρομητών τους στην ψηφιακή έκδοση, λησμονούν ότι είναι ανεφάρμοστο στην Ελλάδα για τον απλό λόγο ότι οι εγχώριες εφημερίδες ουδέποτε ανέπτυξαν πελατολόγιο συνδρομητών, όπως έκανε η συνδρομητική τηλεόραση, ακόμη και στην χώρα μας.

Μια εναλλακτική πρόταση που έχει αρχίσει να αναδύεται, είναι αυτό της, ας την αποκαλέσουμε, «ολοκληρωμένης δημοσιογραφίας».  Αντί να χρησιμοποιείται η δημοφιλής οπτική της δημοσιογραφίας ως ένα είδος επαγγελματικής δημόσιας υπηρεσίας ή λειτουργήματος που πρέπει να προσφέρεται στους πολίτες του κόσμου – η ολοκληρωμένη δημοσιογραφία προσφέρει την ευκαιρία να σκεφτούμε τη δημιουργία και παραγωγή περιεχομένου με επιχειρηματικά κριτήρια.

Καθώς αποκτά δημοτικότητα, το πεδίο αυτό έχει επίσης τη δυνατότητα να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βρίσκουμε και καταναλώνουμε τις πληροφορίες, και να αλλάξει τον κόσμο μας στη διαδικασία της επικοινωνίας και της ενημέρωσης.

Η προοπτική της ολοκληρωμένης ή αν θέλετε επιχειρηματικής δημοσιογραφίας ως κάτι διαφορετικό – νέα μοντέλα διανομής και εσόδων, μεγαλύτερη συμμετοχή του κοινού, εστίαση σε μικρότερες, εξειδικευμένες αγορές – μπορεί να συγκροτεί μια απελευθερωτική, κι ίσως ελπιδοφόρα, προοπτική για πολλούς από τους σημερινούς δημοσιογράφοι που είτε έχασαν την εργασία τους ή έχουν βαρεθεί από την αναποτελεσματικότητα των διευθυντικών στελεχών.

Το ίδιο ισχύει και για αυτούς που τώρα ξεκινούν και μένουν χωρίς εργασία. Αλλά δεν είναι βέβαιο ότι σε χώρες όπως η δική μας που χαρακτηρίζεται από τη «δωρεάν κουλτούρα» μια τέτοια απόπειρα μπορεί να έχει μεγάλη διάρκεια.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η δημοσιογραφία του μέλλοντος πρέπει να περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από τη συλλογή, την επικύρωση και τη γραφή των ειδήσεων. Η νέα δημοσιογραφία απαιτεί καινοτόμες προσεγγίσεις, απαιτεί παράλληλα την ανταλλαγή πληροφοριών, τη διευκόλυνση του διαλόγου και διαδραστικότητα, τη συμπαραγωγή της είδησης, την έξυπνη ομαδοποίηση και επιμέλεια των ειδήσεων, των απεικονίσεων των δεδομένων (βλέπε data journalism και infographics) και την αναζήτηση στοιχείων, νέες μορφές συνεργασιών, τη δημιουργία καταλόγων και πηγών κ.ά.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι δεν έχει αναδυθεί ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο στο πεδίο των μέσων ενημέρωσης. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα γίνει πραγματικότητα. Αυτό άλλωστε συνιστά η ιστορία της διεθνούς δημοσιογραφίας. Τόσο στην περίπτωση της έλευσης της ραδιοφωνίας, όσο και της τηλεόρασης η δημοσιογραφία και οι δημοσιογράφοι ανασυντάχτηκαν και επανάκαμψαν. Άλλωστε χωρίς αυτούς η κοινωνία δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον εαυτό της ούτε να συγκροτήσει νόημα από τα τεκταινόμενα.

Επιμύθιο

Πηγή: Matthew Guay από την ιστοσελίδα Unsplash

Η βασική κρίση της δημοσιογραφίας, όμως, δεν αφορά τα επιχειρηματικά μοντέλα, την ποιότητα, την ηθική ή την αξιοπιστία. Είναι ότι η είδηση, η καρδιά της δημοσιογραφίας χάνει τη σημασία της μετά από σχεδόν δύο αιώνες – και επομένως την εμπορική της αξία.

Οι διεθνείς ειδήσεις λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων όλο και μειώνονται, ενώ σε λίγα χρόνια δεν θα γράφονται αποκλειστικά από μεταφραστές, ενός ή δύο ειδησεογραφικών πρακτορείων.

Οι εσωτερικές ειδήσεις όλο και περισσότερο (ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) αρχίζουν να εξισώνεται με τις selfies και ιστορίες από τους φίλους και την οικογένεια (ή από διασημότητες που είναι σαν συγγενείς μας) αντί της πόλης ή της πολιτικής σκηνής.

Οι ειδήσεις αποτελούσαν την κύρια πηγή των καθημερνών δρώμενων μας και την ανάγκη της ανάγνωσης. Οι εφημερίδες ήταν το εργαλείο που πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούσαν για να επικοινωνούν με τους συνεργάτες, τους συναδέλφους και τους φίλους τους. Αλλά σταδιακά με την έλευση του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, των βιντεοπαιχνιδιών, του YouTube, του Twitter και του Netflix υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα από τις ειδήσεις για να συζητήσουμε στις παρέες με τους φίλους.

Το αποτέλεσμα είναι η ανάδυση: 1) μιας δημοσιογραφίας ελάσσονος μορφής, η οποία παράγεται ολοένα και περισσότερο από τις πηγές  παρά από τους δημοσιογράφους και τα μέσα ενημέρωσης (tweets πολιτικών ή τοπικών αστυνομικών ή τοπικών αρχών) όπου ελάχιστοι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να πληρώσουν για την παροχή τους και  2) μια αφηγηματική δημοσιογραφική ιστορία σε κείμενο, ήχο και βίντεο, που συμβολίζονται από βιβλία δοκιμίου, podcast ντοκιμαντέρ και ντοκιμαντέρ βίντεο – όλα με σταθερή ή αυξανόμενη ελκυστικότητα στην αγορά.

Το βέβαιο είναι ότι οι ειδήσεις φθίνουν, αλλά η δημοσιογραφία δεν θα – και δεν πρέπει να πεθάνει. Εάν η δημοσιογραφία και η δημοκρατία είναι συνώνυμες με το δημόσιο διάλογο, η κρίση της δημοσιογραφίας δεν μπορεί παρά να αντικατοπτρίζει την κρίση της δημοκρατίας.

Η πρόκληση για τη δημοσιογραφία στα επόμενα χρόνια είναι να την επανεφεύρουμε, να διαφέρει από την απλή καταγραφή της είδησης, να αντιστέκεται στην αποπλάνηση της προπαγάνδας και τη σαγήνευση της διασκέδασης. Κι αυτό μόνον με τη συνεχή επιμόρφωση και αναζήτηση γνώσης εκ μέρους των δημοσιογράφων μπορεί να επιτευχθεί.

 

(*) Εισήγηση στο σεμινάριο «Νέα Μέσα» της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών 5 Φεβρουαρίου 2019, Αθήνα, ΕΣΗΕΑ,  Αίθουσα «Γεώργιος Καράντζας».

Σημείωση: Η φωτογραφία στην αρχική σελίδα (featured image), που εμφανίζεται και πρώτη στο παραπάνω κείμενο, είναι του Elijah O’Donnell από το Unsplash.

Advertisements