Οι περιπέτειες του Υπουργείου Τύπου – ΓΓΕΕ στη Μεταπολίτευση (1974-2019)

Η αναγκαιότητα σύστασης, η χρησιμότητα και οι διαφορετικοί ρόλοι του «Υπουργείου Τύπου» ή της «Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας» στο ραδιοτηλεοπτικό πεδίο από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα (1974-2019), αναδεικνύονται μέσα από την παρούσα μελέτη. Το 1974 συγκροτείται η Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών και έκτοτε έχει ονομαστεί Υπουργείο Τύπου και ΜΜΕ, Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης (ΥΨΗΠΤΕ) – στο οποίο υπαγόταν, μεταξύ άλλων, η ΓΓΕΕ – κ.ά. Μετά τις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, το «Υπουργείο Τύπου» παραμένει ως Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και ενσωματώνονται σ’ αυτό Υπηρεσίες κι από άλλα υπουργεία. Η Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, υπάγεται πλέον, απευθείας στον Πρωθυπουργό, ενώ από τις 23 Ιουλίου 2019, οι αρμοδιότητες των ανωτέρω δίνονται στον Υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο. Το παρόν κείμενο χαρτογραφεί την πορεία του «Υπουργείου Τύπου» μέσω της σύνθεσης αποσπασματικών πληροφοριών, κυρίως διαμέσου της προσέγγισης αρμόδιων προσώπων, που έχουν διατελέσει πολιτικοί προϊστάμενοι σ’ αυτό και διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο στην εξέλιξή του και εξετάζει τις αλλαγές που υπέστη το «Υπουργείο Τύπου» στη Μεταπολίτευση.

Η εξέλιξη των πρωτοσέλιδων του Αθηναϊκού Τύπου από το 1981 μέχρι σήμερα

Η σημερινή εφημερίδα ουδόλως μοιάζει με την εφημερίδα που κρατούσαν στα χέρια τους οι αναγνώστες προ μερικών δεκαετιών. Το μικρό σχήμα έχει αντικαταστήσει το μεγάλο, ο αριθμός των ειδήσεων έχει περιοριστεί δραματικά, το κείμενο που τις συνοδεύει είναι από υποτυπώδες έως ανύπαρκτο, οι πληροφορίες δίνονται κατά κύριο λόγο μέσω infographics, οι φωτογραφίες, τα backround και φυσικά το χρώμα κυριαρχούν. Εδώ παρουσιάζουμε τα αποτελέσματα έρευνάς μας από την εξέταση 360 πρωτοσέλιδων πέντε μεγάλης εμβέλειας αθηναϊκών εφημερίδων στις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες (1981-2018). Η μελέτη εστίασε ως προς τα μορφολογικά τους στοιχεία αλλά και σε επίπεδο περιεχόμενου. Τα συμπεράσματα που εξήχθησαν είναι εντυπωσιακά τόσο, όσο προς τις αλλαγές που έχουν γίνει όσο και ως προς τις αιτίες που οδήγησαν στη σημερινή εικόνα του Τύπου.

Πριν και μετά το Brexit: Η διάχυση του λαϊκισμού στις επαγγελματικές ομάδες

Πυκνώνουν οι συζητήσεις από πολιτικούς, μελετητές και δημοσιογράφους για το ρόλο του λαϊκισμού ως μέσου προπαγάνδας και την απειλή που συνιστά για τη δημοκρατία. Έρευνες έχουν καταδείξει ότι η πόλωση που επικρατεί στο δημόσιο διάλογο επηρεάζει σημαντικά τον τρόπο που λαμβάνουν αποφάσεις οι πολίτες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν και συνεχίζει να είναι η περίπτωση του Brexit, στην οποία εστιάζεται η παρούσα μελέτη, όπου εξετάστηκε ο συστημικός λόγος των εργατικών σωματείων έναντι των «αυθόρμητων» επαγγελματικών ομάδων που εμφανίστηκαν στο Facebook στις παραμονές του δημοψηφίσματος του 2016 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Διαπιστώθηκε ότι τα εργατικά σωματεία ως θεσμός προτείνουν αρκετά διαφορετικές λύσεις σε σχέση με τις «αυθόρμητες» επαγγελματικές ομάδες. Ενώ σε επίπεδο ρητορικής κατηύθυναν συστηματικά και με συνέπεια το θυμό του κόσμου προς την ΕΕ, στοχοποιώντας άλλοτε τους ειδικούς, άλλοτε τις ελίτ κ.ο.κ. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι ο λαϊκισμός δεν είναι ένα προσωρινό φαινόμενο της κρίσης, καθώς διάφοροι παράγοντες ευνοούν τη νομιμοποίηση του στο δημόσιο διάλογο.

Το μέλλον της τηλεόρασης

Η 21η Νοεμβρίου έχει οριστεί από την ΟΥΝΕΣΚΟ ως η παγκόσμια ημέρα της τηλεόρασης. Η ελληνική πολιτεία διαμέσου του σήριαλ των αδειών έχει ασχοληθεί σχεδόν καθημερινά με τις τηλεοπτικές εξελίξεις τουλάχιστον τα τελευταία τριάντα χρόνια. Στην πράξη εκ διαισθήσεως αναγνωρίζουμε το ρόλο της τηλεόρασης ως το νέο πεδίο της κοινής μας αναφοράς, τη νέα μας φαντασιακή πλατεία και γειτονιά. Κι αυτό συνεχίζει να γίνεται και στην εποχή του διαδικτύου, τουλάχιστον για το κοντινό μας μέλλον. Η έλευση της τηλεόρασης, με τη μορφή μιας εφαρμογής (app) σημαίνει επίσης την έλευση πολλών νέων ανταγωνιστών στο πεδίο, πολλοί από αυτούς με επιχειρηματικά μοντέλα (και οικονομικούς στόχους) τελείως διαφορετικά από εκείνα που ξέραμε μέχρι σήμερα. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο καθένας μπορεί να κερδίσει, και έτσι σίγουρα θα υπάρχουν νικητές και ηττημένοι.
Το ερώτημα είναι λοιπόν κατά πόσο είμαστε τελικά έτοιμοι ως χώρα να ανταποκριθούμε στα κελεύσματα αυτής της νέας εποχής ή θα περιμένουμε άλλα τριάντα χρόνια για να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε.

Fake news: Η εποχή της ‘μετα-αλήθειας’ και ο ρόλος των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης

Τα αποτελέσματα των Αμερικανικών εκλογών και του Βρετανικού δημοψηφίσματος το 2016 έφεραν στο προσκήνιο τα λεγόμενα fake news, δηλαδή τις κατασκευασμένες ή ψεύτικες ειδήσεις. Το παρόν άρθρο μετά από μια σύντομη ιστορική αναδρομή στην διασπορά ψευδών ειδήσεων από τα ΜΜΕ, επικεντρώνεται στις Αμερικανικές εκλογές του 2016 και στο Βρετανικό δημοψήφισμα που διεθνώς έχουν θεωρηθεί ως σημεία αναφοράς στη σύγχρονη ιστορία της διασποράς ψευδών ειδήσεων. Το άρθρο εστιάζει στον καταλυτικό ρόλο που έπαιξαν οι αλγόριθμοι και οι πλατφόρμες των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης καθώς και τις επιπτώσεις που έχουν στην δημοσιογραφία και την δημοκρατία, εξετάζοντας συγχρόνως και την περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελλάδας, και τους τρόπους αντιμετώπισης του φαινομένου.

Social media και δημοσιογράφοι: Χτίζοντας ένα ισχυρό “brand name”

Αν και το 2018 ήταν σίγουρα μια “ατυχής” χρονιά για τα social media, η οποία σημαδεύτηκε από σκάνδαλα αναφορικά με την παραβίαση της ιδιωτικότητας των χρηστών (Facebook), αποτυχημένες στρατηγικές κινήσεις (η πανωλεθρία που συνόδευσε τον επανασχεδιασμό του Snapchat), καταγγελίες για ελλιπή μέτρα προστασίας ενάντια στη μάστιγα του on line bullying (Ιnstagram), η σχέση των social media με τη δημοσιογραφία έχει “κανονικοποιηθεί” σε τέτοιο βαθμό (Lasorsa, Lewis και Holton, 2012), που μοιάζει πλέον αδύνατο να διαρραγεί.

Παράδοξα των Ευρωεκλογών του 2019

Στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που ολοκληρώθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα σε πολλές χώρες τα αποκαλούμενα “αντι-συστημικά” λαϊκιστικά κόμματα βγήκαν ενισχυμένα από την εκλογική αναμέτρηση. Αν και δεν πέτυχαν να συγκροτήσουν τη μεγαλύτερη ομάδα στο Ευρωκοινοβούλιο, έχουν πλέον τη δύναμη να μπλοκάρουν αποφάσεις που χρειάζονται ενισχυμένη πλειοψηφία, αλλά και να συνεχίσουν σε αυτό που κάνουν καλύτερα, να επηρεάζουν το δημόσιο διάλογο και την ατζέντα των παραδοσιακών κομμάτων. 

Όλα αυτά λίγο-πολύ αντηχούν την περίφημη μεταφορά που χρησιμοποίησε ο πολιτικός επιστήμονας Benjamin Arditi για τον «καλεσμένο που ήπιε κάτι παραπάνω (…)