Πλαισίωση και πολιτική οικονομία του Ελληνικού Τύπου: Η δημοσιογραφική κάλυψη των μνημονίων

του Χρήστου Κωστόπουλου

Photo by Alice Pasqual on Unsplash

Οι τρεις δανειακές συμβάσεις που υπέγραψαν οι Ελληνικές κυβερνήσεις με τους δανειστές (2010-2015) αποτελούν ένα από τα κορυφαία πολιτικά ζητήματα της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης. Τα μνημόνια έφεραν αρκετές φορές την Ελλάδα στην κορυφή της ατζέντας της Ευρωπαϊκής και παγκόσμιας επικαιρότητας, αλλά προκάλεσαν και το ενδιαφέρον των επιστημόνων της επικοινωνίας.

Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στην αναπαράσταση της Ελλάδας στα διεθνή μέσα, αλλά και στον αντίκτυπο που είχε η κρίση στα Μέσα Ενημέρωσης και τη δημοσιογραφία της χώρας. Αντίθετα, το παρόν άρθρο εστιάζει στην κάλυψη των τριών μνημονίων από τον Ελληνικό Τύπο, καθώς και την επιρροή που είχαν στη δημοσιογραφική διαδικασία παραγωγής περιεχομένου οι σχέσεις μεταξύ της δομής του Τύπου και της δομής της πολιτικής.

Το παρόν κείμενο εξηγεί πώς η αλληλεπίδραση της θεωρίας της πλαισίωσης (framing) με δομές και θεωρίες που προέρχονται από την παράδοση της πολιτικής οικονομίας, μπορούν να συμβάλλουν στη διαφώτιση του ρόλου των ΜΜΕ στη συγκρότηση του δημοκρατικού διαλόγου γύρω από σημαντικά πολιτικά γεγονότα.

Για να γίνουν τα ανωτέρω περισσότερο κατανοητά παρουσιάζονται ευρήματα από την ανάλυση της πλαισίωσης των τριών μνημονίων στον Ελληνικό Τύπο, αλλά και από μια σειρά συνεντεύξεων με τους συντάκτες των άρθρων που αναλύθηκαν, με απώτερο στόχο να εξηγηθεί το πώς η αλληλεπίδραση της οργανωτικής δομής των Ελληνικών ΜΜΕ με τις δομές της πολιτικής και της οικονομίας επηρέασαν την κάλυψη των τριών μνημονίων, αλλά και το αποτέλεσμα αυτών των σχέσεων, όσον αφορά στο διάλογο που «προωθήθηκε» από τον Ελληνικό Τύπο σχετικά με τις δανειακές συμβάσεις. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι η παρούσα μελέτη αντιμετωπίζει τους όρους πλαίσιο και πλαισίωση ως ένα και το αυτό.

Η πολιτική οικονομία της πλαισίωσης

Προκειμένου να αξιολογηθούν οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των δομών εξουσίας και του Τύπου ως προς την επίδρασή τους στην κατασκευή πλαισίων (frame building) στη βιβλιογραφία, αλλά και στην γενικότερη κατασκευή ενός δημοκρατικού διαλόγου μέσω των ΜΜΕ, η έρευνα αναπτύσσει ένα καινοτόμο θεωρητικό πλαίσιο που συνδυάζει τις θεωρίες της πλαισίωσης και της πολιτικής οικονομίας.

Το θεωρητικό πλαίσιο ξεκινάει από την ελλιπή έρευνα στην διαδικασία κατασκευής πλαισίων (Borah 2011), αλλά και την έλλειψη πολυεπίπεδης ανάλυσης της επίδρασης της εξουσίας στην διαδικασία που εντοπίζουν τόσο οι Shoemaker και Reese (1996), όσο και οι Vliegenthart και van Zoonen (2011).

Ως απάντηση σε αυτό το κενό, το θεωρητικό μοντέλο της έρευνας αποτελείται από τρία επίπεδα επιδράσεων: Το μακρο-επίπεδο που αποτελείται από το εθνικό σύστημα των μέσων, όπως και από τις δομές της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ και της αγοράς, το μεσο-επίπεδο που αποτελείται από την οργανωτική δομή των ΜΜΕ, και τέλος το μικρο-επίπεδο που αποτελείται από την ικανότητα αυτενέργειας των δημοσιογράφων και τις δημοσιογραφικές πρακτικές στη διαπραγμάτευση με πολιτικές πηγές και στην κατασκευή των άρθρων.

Οι επιδράσεις που προέρχονται από τα μακρο και μεσο-επίπεδα αποτελούνται από δομές και πρακτικές που προέρχονται από θεωρίες της πολιτικής οικονομίας, ενώ οι πρακτικές και η αυτενέργεια του μικρο-επιπέδου από της Κοινωνιολογίας. Για να συνδεθούν ιδέες και θεωρίες που προέρχονται από διαφορετικές ερευνητικές παραδόσεις το θεωρητικό μοντέλο κάνει χρήση της ‘γεφυρωτικής ποιότητας’ της θεωρίας πλαισίωσης που περιγράφει ο Reese (2007).

Παρόλο που όλες οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των επιπέδων είναι σημαντικές για τη διαδικασία της κατασκευής πλαισίων, στο ποια πλαίσια θα βρεθούν στα άρθρα του τύπου, με ποιον τρόπο, και ποια εξέλιξη θα έχουν σε βάθος χρόνου, το παρόν άρθρο εστιάζει στην αλληλεπίδραση μεταξύ του μακρο και μεσο-επιπέδου, καθώς είναι η πλέον καθοριστική για όλες τις υπόλοιπες αλληλεπιδράσεις.

Όπως προαναφέρθηκε το μακρο-επίπεδο αποτελείται από τις δομές της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ, της αγοράς και της πολιτικής και τις σχέσεις μεταξύ αυτών των δομών. Το μακρο-επίπεδο είναι καθοριστικό στην υπαγόρευση των πλαισίων που θα βρουν το δρόμο τους στα δημοσιογραφικά κείμενα.

Αυτή η διαδικασία επιτυγχάνεται διαμέσου της αλληλεπίδρασης αυτών των δομών με τη δομή των μέσων, η οποία διαμορφώνει τη γραμμή της κάθε εφημερίδας και το πώς θα ευθυγραμμιστεί σε αντιστοιχία με τη μετατοπιζόμενη πραγματικότητα των σχέσεων μεταξύ των δομών εξουσίας στο μακρο-επίπεδο. Η διαμόρφωση της γραμμής του μέσου είναι καθοριστικής σημασίας στη διαδικασία της κατασκευής πλαισίων, καθώς μέσω αυτής της διαδικασίας διαμορφώνονται οι πρακτικές που ακολουθούν οι δημοσιογράφοι στην επικοινωνία τους με τις πολιτικές πηγές.

Ο Entman (1993) εξηγεί ότι οι πλαισιώσεις που εντοπίζονται σε ένα δημοσιογραφικό κείμενο είναι στην πραγματικότητα η αποτύπωση της εξουσίας, καθώς αντανακλούν τα συμφέροντα που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση του κειμένου, αλλά και τα όρια που θέτει το ίδιο το κείμενο σε μια πολιτική συζήτηση. Βασιζόμενο σε αυτή τη διατύπωση, το θεωρητικό πλαίσιο της έρευνας μπορεί όχι μόνο να εντοπίσει το πώς κάθε επίπεδο επηρεάζει την κατασκευή των πλαισίων, αλλά και το τι μπορούν να αποκαλύψουν τα ίδια τα πλαίσια για την ποιότητα του δημοκρατικού διαλόγου που προωθείται από τον τύπο.

Προκειμένου να ρίξει φως στις σχέσεις εξουσίας που καθορίζουν ποια πλαίσια θα βρεθούν στα δημοσιογραφικά κείμενα, το θεωρητικό μοντέλο της έρευνας χρησιμοποιεί την ιδέα των μετατοπίσεων πλαισίων (framing shift) που προτείνει η Lawrence (2010). Η θεωρία των μετατοπίσεων πλαισίων αναφέρει ότι μετατοπίσεις στην εξουσία στον κόσμο της πολιτικής μπορούν να φέρουν μετατοπίσεις στα πλαίσια που βρίσκονται στα δημοσιογραφικά κείμενα καθώς τα πλαίσια δεν είναι στατικά.

Επιπροσθέτως, ο Entman σχολιάζει ότι είναι σημαντικό να αποκαλύπτονται και να εξηγούνται σταθερά και πολιτικά σχετικά μοτίβα στα πλαίσια των εφημερίδων, καθώς μπορούν να καταδείξουν το πώς η κάθε εφημερίδα ευθυγραμμίζεται απέναντι στην πολιτική εξουσία. Για παράδειγμα, σε περιπτώσεις όπου μια εκλογική διαδικασία φέρνει αλλαγές στην εξουσία, οι οποίες δεν αποτυπώνονται με αντίστοιχες αλλαγές στα πλαίσια, τότε μπορούμε να εξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα για τη γραμμή ενός μέσου κ.ο.κ. Επομένως, το παραπάνω θεωρητικό μοντέλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δώσει απαντήσεις για την ποιότητα και το εύρος του δημοκρατικού διαλόγου, καθώς και για την επίδραση των δομών εξουσίας στην κατασκευή των πλαισίων.

Η περίπτωση της Ελλάδας: Πολιτικός παραλληλισμός σε ένα μετατοπιζόμενο περιβάλλον

Προκειμένου να εξεταστεί το εύρος του πολιτικού διαλόγου στην κάλυψη των μνημονίων από τον Ελληνικό τύπο είναι σημαντικό να κατανοηθεί το πώς οι δομές της πολιτικής επηρεάζουν τις δημοσιογραφικές πρακτικές στην Ελλάδα. Για να επιτευχθεί αυτό διεξήχθη εντός του 2017 μια σειρά συνεντεύξεων με δημοσιογράφους από τις εφημερίδες προς διερεύνηση (Αυγή, Τα Νέα, Καθημερινή).

Οι συνεντεύξεις κατέδειξαν τη σημασία της σχέσης των μέσων ενημέρωσης με τη δομή της πολιτικής καθώς οι μισοί από τους δώδεκα δημοσιογράφους περιέγραψαν τη γραμμή του μέσου σαν ένα αποτέλεσμα αυτής της αλληλεπίδρασης. Για παράδειγμα ο Δημήτρης Μητρόπουλος (Τα Νέα) έδωσε μια γλαφυρή περιγραφή της σχέσης των Ελληνικών μέσων με την πολιτική εξουσία:

Εδώ έχουμε εάν θέλεις έναν νόμο της βαρύτητας που λέει ότι τα μέσα στην Ελλάδα ακολουθούν το ρεύμα της εξουσίας. Κάποιοι με το ρεύμα της κάθε εξουσίας, κάποιοι με το ρεύμα της εξουσίας που είναι πιο κοντά στην κατανόηση τους…. αλλά δεν έχουμε εφημερίδες που προβάλουν την ανεξάρτητη σχέση τους απέναντι στην εξουσία ή το κατεστημένο. Ο καθένας καταλαβαίνει κάποιες φορές το κατεστημένο όχι σαν αυτό με το οποίο αυτός ταυτίζεται αλλά με αυτό δίπλα από αυτό, αλλά στην πραγματικότητα η σχέση, ο φαινότυπος είναι ο ίδιος.

Αυτό που περιγράφεται εδώ είναι ότι υπάρχουν διαφορετικές πολιτικές γραμμές στα Ελληνικά μέσα, αλλά υπάρχει πάντα μια στενή σχέση πολιτικού παραλληλισμού. Επομένως, υπάρχουν μέσα με μια καθαρή και σταθερή γραμμή που υποστηρίζει μια πολιτική ιδεολογία χωρίς διακυμάνσεις που βασίζονται σε αλλαγές στην πολιτική δύναμη του κόμματος που υποστηρίζει αυτή την ιδεολογία, ή ακόμη και μέσα που στηρίζουν ένα συγκεκριμένο κόμμα με συνέπεια.

Αλλά την ίδια στιγμή υπάρχουν άλλες εφημερίδες που αλλάζουν τη γραμμή τους σε συνάρτηση με τις αλλαγές στην πολιτική εξουσία. Η περίπτωση της Αυγής για παράδειγμα είναι μια εφημερίδα που ξεκάθαρα υποστηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως εξηγεί ο Νίκος Λιονάκης:

Η Αυγή είναι μια εφημερίδα που υποστηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ. Μετά την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν και άλλες εφημερίδες που είτε υποστηρίζουν την κυβέρνηση ή που δεν είναι τυφλά αντίθετες απέναντι στην κυβέρνηση. Αυτές οι εφημερίδες κατάφεραν να έχουν μεγαλύτερη δημοτικότητα ακριβώς επειδή ήταν λίγο πιο ισορροπημένες απέναντι στην κυβέρνηση, εννοώντας ότι μπορούσαν να ασκήσουν μια πιο γενική κριτική, ενώ στην περίπτωση της Αυγής κάποιες φορές αυτό είναι δύσκολο. Αν και υπάρχουν παραδείγματα κριτικής προς την κυβέρνηση και από την Αυγή.

Ο πολιτικός παραλληλισμός της Αυγής είναι ευθύς, δεδομένης της οικονομικής στήριξης που λαμβάνει από τον ΣΥΡΙΖΑ και το γεγονός ότι απευθύνεται κυρίως στους ψηφοφόρους του κόμματος. Ωστόσο, άλλες εφημερίδες παρόλο που δεν έχουν τόσο ξεκάθαρες σχέσεις με πολιτικά κόμματα, επιδιώκουν να καλλιεργήσουν κοντινές σχέσεις με τα κόμματα που είναι μέρος του ευρύτερου κυκλώματος εξουσίας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πρακτικής έδωσε ο Βασίλης Νέδος, δημοσιογράφος της Καθημερινής που στο παρελθόν δούλεψε στο Βήμα, που ανήκει στον ίδιο δημοσιογραφικό όμιλο με τα Νέα. Ο κ. Νέδος περιέγραψε πώς άλλαξε η στάση της εφημερίδας στα χρόνια των μνημονίων:

Είναι ας πούμε χαρακτηριστικό και λυπηρό για κανέναν άλλο λόγο αλλά γιατί είναι ιστορικές εφημερίδες το ότι οι εφημερίδες του ΔΟΛ, Το Βήμα και Τα Νέα, που είναι ποιοτικές εφημερίδες, έχασαν μεγάλο κομμάτι των αναγνωστών τους γιατί μετακινήθηκαν από την αντιμνημονιακή στην μνημονιακή στάση τέσσερις φορές.

Αυτή η κυκλοθυμία στην άποψη και στήριξη που αναφέρει ο κ. Νέδος υποστηρίζει την περιγραφή των Hallin & Mancini (2004) σχετικά με τις χώρες που έχουν χαμηλά επίπεδα δημοσιογραφικής επαγγελματικής οργάνωσης και φαινόμενα εργαλειοποίησης των μέσων. Τα μέσα, δηλαδή, γίνονται όργανα στα χέρια των ιδιοκτητών τους και οι δημοσιογράφοι στοχεύουν στο να προάγουν τα συμφέροντα της ιδιοκτησίας.

Τα παραπάνω ευρήματα περιγράφουν τη σχέση και την αλληλεπίδραση μεταξύ των δομών των μέσων και της πολιτικής. Τρεις τύποι σχέσεων ανιχνεύονται. Ο πρώτος καθοδηγείται από τον πολιτικό παραλληλισμό με εφημερίδες που υιοθετούν μια σταθερή πολιτική γραμμή και μια ευδιάκριτη ιδεολογία που χρησιμοποιείται για να ερμηνεύσει τα γεγονότα.

Ο δεύτερος καθοδηγείται από τις στενές πολιτικές ή κομματικές σχέσεις του Τύπου με τα κόμματα, με εφημερίδες που υιοθετούν μια σταθερή γραμμή υποστήριξης προς ένα συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα, ακόμη και εάν αυτό το κόμμα αλλάζει την στάση του σε σημαντικά ζητήματα. Σε αυτούς τους δυο τύπους σχέσης μεταξύ του τύπου και της δομής της πολιτικής, η γραμμή της εφημερίδας μπορεί να είναι παράλληλη είτε προς ένα πολιτικό κόμμα ή σε μια ιδεολογία και η ανάλυση των πλαισίων της μεταξύ διαφορετικών χρονικών περιόδων δεν θα αποκαλύψει σημαντικές μετατοπίσεις στα πλαίσια, αλλά αντιθέτως μοτίβα.

Ο τρίτος τύπος σχέσης καθοδηγείται από την εργαλειοποίηση των μέσων, με εφημερίδες που επιδιώκουν να σχετιστούν με την οποιαδήποτε πολιτική εξουσία και προσπαθούν να καλλιεργήσουν σχέσεις με κόμματα, βασισμένες στο πώς τα πηγαίνουν εκλογικά. Η γραμμή αυτών των εφημερίδων θα είναι ευμετάβλητη και η ανάλυση των πλαισίων θα αποκαλύψει σημαντικές μετατοπίσεις που ακολουθούν μετατοπίσεις στη δύναμη των κομμάτων.

Η ποιοτική ανάλυση πλαισίων των άρθρων των τριών εφημερίδων (Αυγή, Τα Νέα, Καθημερινή) σε μια χρονική περίοδο τριών μηνών πριν και μετά την ψήφιση του κάθε μνημονίου, αποκαλύπτει τα μοτίβα και τις μετατοπίσεις των πλαισίων της κάθε εφημερίδας και συνεπώς το πώς η αλληλεπίδραση της δομής της εφημερίδας με τη δομή της πολιτικής έπαιξε το ρόλο της στη διαμόρφωση των πλαισίων σε συνάρτηση με τα πλαίσια που προωθούσαν τα τέσσερα βασικά κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΚΚΕ) σε κάθε χρονική περίοδο.

Ξεκινώντας με την Καθημερινή, μια μικρή μετατόπιση και ένα σταθερό μοτίβο εντοπίστηκαν στα πλαίσιά της στις τρεις περιόδους. Το 2010 τα πλαίσια της Καθημερινής ήταν υπέρ του μνημονίου, αλλά και υπέρ της Νέας Δημοκρατίας, ωστόσο στις άλλες δυο περιόδους παρατηρείται μια μετατόπιση. Τα πλαίσια της Καθημερινής το 2011/12 σηματοδοτούν ότι η εφημερίδα είναι σταθερή στην στάση της υπέρ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μνημονίων, αλλά υπερβαίνει τον κομματικό παραλληλισμό υπέρ του ιδεολογικού. Αυτό επιβεβαιώνεται και το 2015 με την αρχική στήριξη της Καθημερινής στην υπογραφή του νέου μνημονίου από την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που υποδεικνύει ότι η εφημερίδα υποστηρίζει την πολιτική λογική των μνημονίων και την σταθερή πορεία της χώρας στην Ευρωζώνη. Αυτή είναι μια νέα μορφή πολιτικού παραλληλισμού που ξεπερνάει την υποστήριξη ενός συγκεκριμένου κόμματος και αντίθετα στρέφεται προς μια ιδεολογία που αντικατοπτρίζει τα συνολικά ταξικά συμφέροντα της ιδιοκτησίας του μέσου: έναν παραλληλισμό μέσου-τάξης.

Αντίθετα, η ανάλυση των Νέων αποκαλύπτει αρκετές μετατοπίσεις και έλλειψη μοτίβων. Τα πλαίσια που βρίσκονται στα άρθρα της εφημερίδας το 2010 αποκαλύπτουν τη στήριξη των Νέων στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, η εξέταση των άρθρων των δύο επόμενων περιόδων αποκαλύπτει μια οπορτουνιστική και αμφιταλαντευόμενη στάση της εφημερίδας απέναντι στις κατακλυσμικές αλλαγές στο πολιτικό περιβάλλον με την εκλογική κονιορτοποίηση του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ, και την άνοδο του περιφερειακού ΣΥΡΙΖΑ. Τα Νέα παρουσιάζουν μεγάλες μετατοπίσεις πλαισίων που επιβεβαιώνουν τη θεωρία της Lawrence (2011).

Τέλος η εξέταση της Αυγής παρουσιάζει ένα μάλλον προβλέψιμο μοντέλο, δεδομένων των σημαντικών συνδέσεων μεταξύ της εφημερίδας και του ΣΥΡΙΖΑ. Τόσο το 2010, όσο και το 2011/12 η εφημερίδα κυρίως χρησιμοποιεί τα πλαίσια που προωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Η πιο ενδιαφέρουσα περίοδος για την πλαισίωση της Αυγής είναι το 2015 με τα πλαίσια της εφημερίδας να αντανακλούν την εσωτερική διαμάχη του ΣΥΡΙΖΑ και να επιβεβαιώνουν τον πολιτικό παραλληλισμό της Αυγής με το κυβερνών πλέον κόμμα.

Θέτοντας όρια στο διάλογο περί των τριών μνημονίων

Αφού αναλύθηκε το πώς η αλληλεπίδραση μεταξύ της δομής του μέσου με τη δομή της πολιτικής επηρεάζει τη γραμμή του μέσου και επομένως τη διαδικασία της κατασκευής πλαισίων, το άρθρο εστιάζει στο πώς αυτά τα πλαίσια περιόρισαν τα όρια των αποδεκτών θέσεων εντός της συζήτησης για το κάθε μνημόνιο αλλά και στους παράγοντες οι οποίοι έθεσαν αυτά τα όρια.

Η εξέταση των πλαισίων των τριών εφημερίδων στο επτάμηνο του 2010 αποκαλύπτει το εύρος του διαλόγου που προωθήθηκε από τον Ελληνικό τύπο. Το πρώτο μνημόνιο συζητήθηκε κυρίως με όρους μιας διχοτόμησης ανάμεσα σε αυτούς που ήταν υπέρ του και αυτούς που ήταν εναντίον του.

Ο Τύπος πλαισίωσε το διάλογο γύρω από το πρώτο μνημόνιο καθαυτό, τις θετικές και αρνητικές του πλευρές. Τα πλαίσια των εφημερίδων σε μεγάλο βαθμό αναπαράγουν τα πλαίσια που προωθούν τα δυο μεγαλύτερα κόμματα της εποχής, ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ επίσης καταφέρνει να είναι μέρος της συζήτησης (παρόλη την μικρή εκλογική του επιρροή εκείνη την εποχή), καθώς τα πλαίσιά του ταιριάζουν στο εύρος των αποδεκτών θέσεων. Υπενθυμίζεται στον αναγνώστη ότι ο κύριος αντιμνημονιακός φορέας της εποχής ήταν η ΝΔ.

Όλες οι εφημερίδες που διερευνήθηκαν χρησιμοποιούν πλαίσια από τρία από τα τέσσερα κόμματα, ενώ καμία από τις εφημερίδες δεν αναπαράγει το πλαίσιο του ΚΚΕ, το οποίο συνδέει τα μνημόνια με την ευρύτερη καπιταλιστική κρίση της εποχής σε παγκόσμιο επίπεδο. Η σίγαση του πλαισίου του ΚΚΕ από το διάλογο είναι ένα σημαντικό εύρημα που αξίζει να αναλυθεί περαιτέρω, μιας και υποδεικνύει τον αντίκτυπο των δομών της πολιτικής αλλά και της οικονομίας στην γραμμή του τύπου.

Ο Curran (1978) αναφέρει ένα σχετικό παράδειγμα από τον Αγγλικό Τύπο, όπου ιστορικά οι σοσιαλιστικές και αριστερές θέσεις έχουν συνυφαστεί από τους διαφημιστές με αναγνωστικό κοινό χαμηλότερης αγοραστικής δύναμης. Επομένως, με έναν παρόμοιο τρόπο σκέψης μπορεί να επιχειρηματολογηθεί ότι οι θέσεις του ΚΚΕ δεν είναι αφενός ενδιαφέρουσες από την άποψη της αγοράς, καθώς η κύρια εκλογική του βάση αποτελείται από χαμηλόμισθους εργάτες. Αφετέρου η ανάλυση του αποκλεισμού του πλαισίου του ΚΚΕ από πολιτική και ιδεολογική σκοπιά αποκαλύπτει τα όρια της φιλελεύθερης σύγκλισης απόψεων.

Όπως αναφέρουν οι Murdock και Golding (1974) η περιγραφή των συμφερόντων που παράγουν το εύρος των ερμηνευτικών πλαισίων που υπάρχουν στα μέσα, χαρτογραφεί τα όρια της διαδικασίας. Επομένως, η ανάλυση των πλαισίων του 2010 αποκαλύπτει ότι θέσεις που προάγουν μια ευρύτερη κριτική της καπιταλιστικής παραγωγής παρεκκλίνουν από τα ανεκτά όρια του διαλόγου.

Οι αποφάσεις των δύο κυρίων κομμάτων της περιόδου διαμορφώνουν τον διάλογο και αποκαλύπτουν μια δομική μεροληψία υπέρ των κατεστημένων πηγών. Τα τέσσερα κύρια πλαίσια του 2010 κατασκευάζουν τον διάλογο γύρω από τα θέματα της αποδοτικότητας και της αναγκαιότητας των μέτρων, του οικονομικού και κοινωνικού αντικτύπου τους, καθώς και θεμάτων εθνικής κυριαρχίας και δημοκρατίας. Οι αιτιολογικές αποδόσεις τους περιστρέφονται κυρίως γύρω από το πολιτικό παιχνίδι, με τα κόμματα να κατηγορούν το ένα το άλλο για την κρίση, ενώ υπάρχει και μερική απόδοση ευθυνών στην τρόικα και σε δομικά στοιχεία της Ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, όπως για παράδειγμα το πελατειακό κράτος και τη διαφθορά. Τέλος, οι λύσεις που συζητούνται αφορούν το μέλλον του μνημονίου με θέσεις που κινούνται εντός του άξονα της αναγκαιότητας της επιτυχούς εκτέλεσής του, μέχρι την αλλαγή ή ολική κατάργησή του.

Παρόλο που ο τρόπος που η κάθε εφημερίδα χρησιμοποιεί το κάθε πλαίσιο δεν είναι ίδιος, ο διάλογος γενικά κινείται γύρω από το μνημόνιο χωρίς να αγγίζει ευρύτερα ζητήματα ή εναλλακτικές που θα έθεταν σε αμφισβήτηση το οικονομικό σύστημα, σε μια εποχή που η ιδεολογική ηγεμονία του απειλούταν εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Η πλαισίωση του διαλόγου αποκόπτει τις εξελίξεις της Ελληνικής κρίσης από τα παγκόσμια δρώμενα και την αντιμετωπίζει σαν ένα ζήτημα διαχείρισης του συστήματος που θα λυθεί από το ίδιο το σύστημα. Αυτό το εύρημα υποδεικνύει τον αντίκτυπο των δομών της πολιτικής και της οικονομίας στην κατασκευή των πλαισίων, καθώς ο πολιτικός παραλληλισμός και οι επιταγές της αγοράς διαμορφώνουν το διάλογο και δημιουργούν τα εχέγγυα για τον αποκλεισμό πλαισίων που βγαίνουν εκτός των ορίων των ανεκτών πολιτικών θέσεων, όπως τα πλαίσια του ΚΚΕ.

Εν πάσει περιπτώσει, θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι μέσα που βρίσκονται στην ιδιοκτησία ισχυρών καπιταλιστών με πολλαπλές επιχειρήσεις εκτός των μέσων θα προωθούσαν κριτικές του καπιταλισμού. Όπως εξηγεί ο Manning η εξάρτηση των μέσων από το διαφημιστικό εισόδημα δημιουργεί μια εξάρτηση μεταξύ της δομής της αγοράς και του εύρους και της φύσης του πολιτικού διαλόγου που διασπείρεται από τα μέσα, κάτι που αντανακλάται από την σίγαση των πλαισίων του ΚΚΕ.

Επιπλέον, ο Mosco (1996) υποστηρίζει ότι αυτοί που ελέγχουν τις αγορές, εν προκειμένω οι πανίσχυροι ιδιοκτήτες των Ελληνικών ΜΜΕ, έχουν τη δυνατότητα να γεμίζουν τους διαύλους τους με υλικό που ενσωματώνει τα συμφέροντά τους και να περιορίζουν το εύρος των πιθανοτήτων ερμηνείας του περιεχομένου των μέσων. Επομένως, η πλαισίωση του διαλόγου από τα μέσα σε αυτή την περίπτωση αντανακλά τα συμφέροντα των ιδιοκτητών των Ελληνικών μέσων, αλλά και τις εσωτερικές τους διαμάχες μέσω του δίπολου μνημόνιο-αντιμνημόνιο.

Συνεχίζοντας με τα πλαίσια του δεύτερου μνημονίου της εποχής 2011/12 η κύρια διχοτομική γραμμή παραμένει η στάση απέναντι στα μνημόνια, όπως και στην προηγούμενη περίοδο. Η Καθημερινή κυρίως αναπαράγει πλαίσια που στηρίζουν ή υπεραμύνονται του μνημονίου, ενώ η Αυγή είναι στο αντίθετο άκρο του φάσματος αναπαράγοντας πλαίσια εναντίον του μνημονίου.

Αντίθετα, είναι δυσκολότερο να καταταγούν τα Νέα την περίοδο 2011-12 σε κάποια από τις δυο θέσεις, καθώς παρόλο που αναπαράγουν πλαίσια που υπεραμύνονται του μνημονίου, την ίδια στιγμή τα πλαίσια που ανήκουν στην αντιμνημονιακή θέση δεν αμφισβητούνται. Τα κύρια κόμματα θέτουν τους όρους και τα πλαίσια του διαλόγου και σε αυτή την περίοδο, με την κύρια διαφορά να είναι ότι πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ ανεβαίνει σε προβολή, ενώ το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ συγκυβερνούν.

Τα πλαίσια του ΚΚΕ μένουν εκτός και σε αυτή την περίοδο στο μεγαλύτερο μέρος του διαλόγου με την διαφορά των Νέων που χρησιμοποιούν μερικώς ένα πλαίσιο του ΚΚΕ για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα, ένα πλαίσιο του ΚΚΕ που επιτίθεται στο δίλημμα ‘μνημόνιο-αντιμνημόνιο’ ως ψευδές, χρησιμοποιείται από τα Νέα ανάμεσα στις δυο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, χωρίς ωστόσο να συμπεριλαμβάνονται οι κριτικές του ΚΚΕ προς το ευρύτερο σύστημα.

Οι τρεις εφημερίδες επικεντρώνονται στα ίδια θέματα και πλαίσια παράγοντας ένα έντονο και πολωμένο διάλογο. Ο διάλογος γύρω από τα μνημόνια το 2011/12 κατασκευάζεται γύρω από τέσσερις πυλώνες. Ο πρώτος αφορά τα ίδια τα μνημόνια, συζητώντας την αποδοτικότητα και εφαρμογή τους, τον οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπό τους, καθώς και θέματα εθνικής κυριαρχίας και δημοκρατίας. Οι αιτιολογικές αποδόσεις τους κατασκευάζονται γύρω από τα Ελληνικά κόμματα και την κυβέρνηση, ή την τρόικα, μεταθέτοντας τις ευθύνες για τα αποτελέσματά τους. Οι προτεινόμενες λύσεις κινούνται ανάμεσα στο εύρος της εφαρμογής του μνημονίου ως έχει, την επαναδιαπραγμάτευσή του ή την ακύρωσή του.

Ο δεύτερος πυλώνας αφορά την διαπραγμάτευση ανάμεσα στην Ελληνική κυβέρνηση και την τρόικα και εάν ήταν μια σκληρή ή όχι διαπραγμάτευση. Ανάλογα με το πλαίσιο που αναπαράγεται οι ευθύνες μετακυλίονται μεταξύ της κυβέρνησης και της Τρόικα και οι λύσεις εκπορεύονται είτε από την ίδια την κυβέρνηση είτε από την αντικατάστασή της από τον ΣΥΡΙΖΑ. Επιπλέον, μια συζήτηση διαμορφώνεται γύρω από την Ευρωπαϊκή διάσταση της κρίσης η οποία απουσίαζε στην προηγούμενη περίοδο.

Παρόλο που όλα τα πλαίσια συγκλίνουν στρατηγικά στην αποδοχή της συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΕ, προτείνονται διαφορετικά οράματα για το μέλλον της Ευρώπης. Ο τελευταίος πυλώνας αφορά την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ και αυτός ο διάλογος κατασκευάζεται γύρω από την πιθανότητα εξόδου της Ελλάδας από το Ευρώ σαν αποτέλεσμα της εκλογής ενός αντιμνημονιακού κόμματος και την άνοδο του λαϊκισμού στην χώρα. Οι λύσεις προτείνουν τη στήριξη κομμάτων που δεν συμμετέχουν στον λαϊκισμό και πιστεύουν στη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ.

Επομένως, η πλαισίωση του διαλόγου μέσω των εφημερίδων το 2011/12 προάγει ένα πολύ πολωμένο διάλογο εντός πολύ περιορισμένων ορίων και επιλογών. Η συζήτηση επικεντρώνεται στο ίδιο το μνημόνιο, χωρίς καμία κριτική ή αμφισβήτηση των βασικών συστατικών του οικονομικού συστήματος. Οι εξελίξεις δεν τοποθετούνται σε κάποιο εννοιολογικό πλαίσιο και συζητούνται κυρίως σαν ένα τμήμα του πολιτικού παιχνιδιού της χώρας. Η Ευρωπαϊκή προοπτική της κρίσης εισάγεται σε αυτή την περίοδο, ωστόσο αναπτύσσεται ένας πολωμένος αλλά στρατηγικά συγκλίνων διάλογος. Οι θέσεις εντός του διαλόγου δεν αμφισβητούν την συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ, αλλά αντιπαρατίθενται στα σχετικά οράματα για το μέλλον της, όπως και στο θέμα του εθνικού νομίσματος της Ελλάδας με την παραμονή ωστόσο εντός του γενικότερου Ευρωπαϊκού πλαισίου. Πλαίσια που αμφισβητούν την συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ, όπως αυτά του ΚΚΕ, αποκλείονται από το διάλογο αποκαλύπτοντας το πού βρίσκονται τα όρια του επιτρεπόμενου πολιτικού διαλόγου σε αυτή την περίοδο.

Μια σημαντική αλλαγή στην κατασκευή του διαλόγου γύρω από τα μνημόνια συμβαίνει το 2015, λόγω της μετατροπής του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα εξουσίας. Ο διάλογος γύρω από τα μνημόνια μετακινείται από τη διχοτομική γραμμή μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών θέσεων. Τα πλαίσια του αντιμνημονιακού στρατοπέδου υπάρχουν ακόμη στα μέσα, ωστόσο μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου από τον ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν ο κύριος αντιμνημονιακός φορέας της προηγούμενης περιόδου η κατάσταση αλλάζει. Αυτά τα πλαίσια πλέον υποστηρίζονται από τους βουλευτές της Λαϊκής Ενότητας και είναι πλήρως συνυφασμένα με την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Επομένως, αυτά τα πλαίσια βγαίνουν εκτός του κέντρου της πολιτικής διαμάχης χωρίς κάποιον κεντρικό πολιτικό φορέα να τα υποστηρίζει και εξαιτίας της σύνδεσής τους με την μη δημοφιλή έξοδο από την Ευρωζώνη. Υπό αυτή την έννοια, η υπογραφή του μνημονίου από τον ΣΥΡΙΖΑ φέρνει μια μετατόπιση στην πλαισίωση του διαλόγου. Τα κύρια θέματα της περιόδου είναι η στάση απέναντι στην κυβέρνηση, η υπογραφή του νέου μνημονίου και η διαπραγμάτευση που το έφερε.

Σε αυτή την περίοδο υπάρχουν τρεις κύριοι πυλώνες γύρω από τους οποίους κατασκευάζεται ο διάλογος. Ο πρώτος πυλώνας αφορά τη διαπραγμάτευση, καθώς είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση αποτελείται από αντιμνημονιακά κόμματα. Ο διάλογος που προωθείται από τα μέσα σχετικά με τη διαπραγμάτευση πλαισιώνεται γύρω από την αναγκαιότητα υπογραφής μιας συμφωνίας ή της αντίστασης κατά των δανειστών, ενώ ευθύνες αποδίδονται είτε στην κυβέρνηση είτε στους δανειστές για την καθυστέρηση της συμφωνίας. Ο δεύτερος πυλώνας αφορά το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, δηλαδή το τρίτο μνημόνιο και την κυριότητά του. Ο τελευταίος πυλώνας αφορά τη γενικότερη εφαρμογή των μνημονίων στην Ελλάδα με το διάλογο να κατασκευάζεται γύρω από την αποδοτικότητα των μνημονίων.

Η αξιολόγηση του διαλόγου το 2015 αποκαλύπτει κάποιες αλλαγές σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους. Ο διάλογος παραμένει πολωμένος και θα μπορούσε να λεχθεί ότι η αντιπαλότητα ορισμένων εφημερίδων απέναντι στη νέα κυβέρνηση έχει αυξήσει τη φαινόμενη ένταση της αντιπαράθεσης. Ωστόσο, οι πολιτικές εξελίξεις έχουν σμικρύνει ακόμα περισσότερο τα όρια αυτής της αντιπαράθεσης, καθώς μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου από τον ΣΥΡΙΖΑ, τα πλαίσια που ασκούν κριτική στις δανειακές συμβάσεις μένουν χωρίς κάποιον σημαντικό πολιτικό σπόνσορα και επομένως αποχωρούν από το επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Με το νέο επίκεντρο του διαλόγου να είναι η ίδια η κυβέρνηση, η κρίση φεύγει από τον προβολέα των μέσων, παρόλη την επιμονή των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που ταλανίζουν την Ελλάδα. Οι ευρύτερες και Ευρωπαϊκές επιπτώσεις της Ελληνικής περίπτωσης δεν συζητούνται σε αυτή την περίοδο, αλλά ακόμη και οι διαχειριστικές πολιτικές των προβλημάτων, δηλαδή τα μνημόνια, κανονικοποιούνται και φυσικοποιούνται. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της διαδικασίας προβολής ενός διαλόγου επικεντρωμένου στο πολιτικό προσωπικό που διαχειρίζεται τα μνημόνια, που είναι μια ακόμη πιο απλοϊκή αντιμετώπιση της Ελληνικής κρίσης και αντανακλά τα ακόμη πιο περιορισμένα όρια του ανεκτού διαλόγου το 2015.

Συμπέρασμα

Αυτό που υποδεικνύει η εξέλιξη της πλαισίωσης του διαλόγου γύρω από τα μνημόνια στην περίοδο 2010-2015 είναι η δύναμη που έχουν οι ιδιοκτήτες των Μέσων να καθοδηγήσουν τον διάλογο στις οδούς που προτιμούν. Αυτό επιτυγχάνεται πλέον διαμέσου αποκρυσταλλωμένων δημοσιογραφικών πρακτικών που καθιστούν την ανάγκη άμεσης παρέμβασης ανούσια, καθώς είναι οι ίδιες οι αναγκαιότητες της καπιταλιστικής αγοράς και δη της συγκεκριμένης Ελληνικής περίπτωσης που καθορίζουν ποιες γνώμες επικυρώνονται μέσω της παρουσίας τους στα ΜΜΕ, και ποιες μένουν εκτός του διαλόγου.

Τα Μέσα έχουν την δύναμη να κάνουν αυτούς που είναι εντός του διαλόγου να μοιάζουν σχετικοί, ενώ όσοι μένουν εκτός έχουν μεγαλύτερες δυσκολίες στο να επικοινωνήσουν τις απόψεις τους και μοιάζουν συνεχώς να είναι εκτός του θέματος της συζήτησης. Επομένως, τα ΜΜΕ κατασκευάζουν πολωμένους διαλόγους, οι οποίοι κινούνται εντός ενός φάσματος γνώμης που συγκλίνει στρατηγικά, παρουσιάζοντας την εικόνα μιας έντονης δημοκρατικής διαδικασίας, η οποία ωστόσο είναι ελλιπής τόσο σε βάθος όσο και σε ουσία.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Borah, P. 2011, «Conceptual Issues in Framing Theory: A Systematic Examination of a Decade’s Literature», Journal of Communication, vol. 61, no. 2, pp. 246-263.

Entman, R.M. 1993, «Framing: Toward Clarification of a Fractured Paradigm», Journal of Communication, vol. 43, no. 4, pp. 51-58.

Hallin, D.C. & Mancini, P. 2012, «Comparing Media Systems: A Response to Critics» in Handbook of comparative communication research, eds. F. Esser, T. Hanitzsch & I. ebrary, Routledge, New York.

Lawrence, R. 2010, «Researching Political News Framing: Established Ground and New Horizons» in Doing news framing analysis: empirical and theoretical perspectives, eds. P. D’Angelo & J.A. Kuypers, Routledge, New York; London, pp. 265-285.

Mosco, V. 1996, The political economy of communication: rethinking and renewal, SAGE, London.

Murdock, G. & Golding, P. 1974, » For a Political Economy of Mass Communications «, Socialist Register, vol. 10, pp. 205.

Reese, S.D. 2007, «The Framing Project: A Bridging Model for Media Research Revisited», Journal of Communication, vol. 57, no. 1, pp. 148-154.

Shoemaker, P.J. & Reese, S.D. 1996, Mediating the message: theories of influences on mass media content, 2nd edn, Longman, White Plains, N.Y.

Zoonen, v., L. & Vliegenthart, R. 2011, «Power to the frame: bringing sociology back to frame analysis», European Journal of Communication, vol. 26, no. 2, pp. 101-115.

Advertisements