Πριν και μετά το Brexit: Η διάχυση του λαϊκισμού στις επαγγελματικές ομάδες

Της Ιωάννας Αρχοντάκη

Την τελευταία δεκαετία γίνεται αρκετή συζήτηση από πολιτικούς, μελετητές και δημοσιογράφους για το ρόλο του λαϊκισμού ως μέσου προπαγάνδας και την απειλή που συνιστά για τη δημοκρατία. Έρευνες έχουν δείξει ότι η πόλωση που επικρατεί στο δημόσιο διάλογο επηρεάζει σημαντικά τον τρόπο που λαμβάνουν αποφάσεις οι πολίτες (Druckman et al. 2013). Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν και συνεχίζει να είναι η περίπτωση του Brexit, που εστιάζεται η παρούσα μελέτη, όπου εξετάστηκε ο συστημικός λόγος των εργατικών σωματείων έναντι των «αυθόρμητων» επαγγελματικών ομάδων που εμφανίστηκαν στο Facebook στις παραμονές του δημοψηφίσματος του 2016 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Διαπιστώθηκε ότι τα εργατικά σωματεία ως θεσμός προτείνουν αρκετά διαφορετικές λύσεις σε σχέση με τις «αυθόρμητες» επαγγελματικές ομάδες. Ωστόσο, όλες οι υπό εξέταση ομάδες αναφερόμενες στα κρίσιμα ζητήματα του δημοψηφίσματος χρησιμοποίησαν τις ίδια πλαισιώσεις (Entman, 1993), ενώ σε επίπεδο ρητορικής κατηύθυναν συστηματικά και με συνέπεια το θυμό του κόσμου προς την ΕΕ, στοχοποιώντας άλλοτε τους ειδικούς, άλλοτε τις ελίτ κ.ο.κ. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι ο λαϊκισμός δεν είναι ένα προσωρινό φαινόμενο της κρίσης, καθότι διάφοροι παράγοντες ευνοούν τη νομιμοποίηση του στο δημόσιο διάλογο.

Η κανονικοποίηση του λαϊκισμού

Στην παρούσα μελέτη αναλύεται η διαδικασία της κανονικοποίησης του λαϊκισμού εξετάζοντας το βρετανικό δημοψήφισμα για την παραμονή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), που διεξήχθη στις 23 Ιουνίου του 2016. Καθώς η αποχώρηση ή παραμονή στην Ε.Ε. του Ηνωμένου Βασιλείου είναι ένα κατά κόρον οικονομικό ζήτημα και ως εκ τούτου η συμμετοχή των επαγγελματικών ομάδων στο δημόσιο διάλογο ήταν δεδομένη, η έμφαση ειναι στην ανάδειξη της παραπάνω διαδικασίας κανονικοποίησης, εξετάζοντας δύο διακριτές ομάδες: αφενός μελετάται η κατανόηση και αναπαραγωγή των πολιτικών μηνυμάτων από τα εργατικά σωματεία υπέρ της αποχώρησης και υπέρ της παραμονής και αφετέρου από τις αυτοοργανωμένες επαγγελματικές ομάδες “βάσης” (grassroot groups) που εμφανίστηκαν στο Facebook, με αποκλειστικό στόχο να επηρεάσουν το δημόσιο διάλογο για το δημοψήφισμα.

Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι το Facebook ως πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης διευκολύνει την ομαδοποίηση χρηστών με τις ίδιες απόψεις. Επιπλέον, τα ενδιαφέροντα και οι προηγούμενες προτιμήσεις των χρηστών χρησιμοποιούνται από τους αλγόριθμους για να προσφέρουν συναφές περιεχόμενο, δημιουργώντας το λεγόμενο filter bubble (Sunstein, 2007; Pariser, 2011). Η δημιουργία ομάδων με μικρό βαθμό ανοχής για διαφορετικές απόψεις, έχει οδηγήσει στην πόλωση του δημόσιου διαλόγου όχι μόνο σε θέματα πολιτικής αλλά και τρόπου ζωής γενικότερα. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γίνονται σαν συνέπεια ένα προσοδοφόρο έδαφος για την ανάπτυξη των πιο ακραίων επιχειρημάτων (Alvares & Dahlgren, 2016; Bozdag &van den Hoven, 2015).

Μελετήθηκαν δυο περίοδοι κατά την ανάλυση: μια πριν το δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε στις 23 Ιουνίου του 2016 και μια πριν την επικύρωση της τελικής συμφωνίας εξόδου της Βρετανίας από τους αρχηγούς των κρατών – μελών της Ε.Ε. που έλαβε χώρα στις 25 Νοεμβρίου του 2018. Στην παρούσα μελέτη εξετάζονται τα πολιτικά μηνύματα όπως αυτά εκλαμβάνονται και αναπαράγονται από επαγγελματικές ομάδες και εργατικά σωματεία, όσο και η σημασία των νέων τεχνολογιών όπως τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης (Facebook) για την επικράτηση των λαϊκιστικών μηνυμάτων. Σημειώνεται ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα ακριβούς επισκόπησης των μηνυμάτων που δέχθηκαν οι ψηφοφόροι πριν το δημοψήφισμα, καθώς όπως αναφέραμε και παραπάνω στους λογαριασμούς των πολιτικών ομάδων, τις «σελίδες» όπως ονομάζονται στο Facebook, είναι ορατές μόνο οι βασικές δημοσιεύσεις, όχι όμως και οι παραλλαγές αυτών που χρησιμοποιήθηκαν για τη στόχευση συγκεκριμένων ομάδων βάσει συγκεκριμένων χαρακτηριστικών (δημογραφικών, ψυχομετρικών κ.ά.).

Ο ρόλος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο Βρετανικό Δημοψήφισμα

Το Βρετανικό δημοψήφισμα έχει χαρακτηριστεί και ως το πρώτο ψηφιακό δημοψήφισμα (Mullen, 2016), καθώς και οι δυο προεκλογικές εκστρατείες χρησιμοποίησαν το διαδίκτυο και τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης εκτενώς για τη διάχυση των μηνυμάτων τους, κερδίζοντας πάνω από μισό εκατομμύριο «Likes» στις επίσημες σελίδες τους στο Facebook. Έρευνες της Ofcom (2018) για την ενημέρωση των Βρετανών δείχνουν ότι το 55% των χρηστών του Facebook απαντά πως βλέπει τα δημοφιλή θέματα, το 49% ενημερώνονται από τα σχόλια των φίλων και των ανθρώπων που ακολουθούν, το 47% δηλώνει πως διαβάζει τις ειδήσεις που παραθέτουν οι φίλοι και άνθρωποι που ακολουθούν, ενώ μόλις το 23% δηλώνει πως ακολουθεί ενεργά παραδοσιακά μέσα, 17% αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσα και 10% δημοσιογράφους.

Οι Usherwood και Wright (2017) δείχνουν πως το Twitter χρησιμοποιήθηκε περισσότερο ως μέσο για τη συσπείρωση, παρά για την αλλαγή στάσης των υποστηρικτών κάθε ομάδας. Από την έρευνά τους φαίνεται ότι η εκστρατεία υπέρ της αποχώρησης είχε πολύ περισσότερους χρήστες, που ήταν περισσότερο ενεργοί σε σύγκριση με τους υποστηρικτές της παραμονής. Οι σημαντικότερες λέξεις – κλειδιά για την καμπάνια υπέρ της αποχώρησης ήταν «μετανάστευση» και «έλεγχος», ενώ για την καμπάνια υπέρ της παραμονής ήταν οι λέξεις «οικονομία» και «επιχειρήσεις». Ακόμα, η καμπάνια υπέρ της αποχώρησης έθεσε από νωρίς το διάλογο με τους δικούς της όρους και τα δικά της πλαίσια. Η εκστρατεία υπέρ της παραμονής υποχρεώθηκε τελικά να «απαντάει» σε αυτά τα ζητήματα χωρίς να καταφέρνει να προβάλλει εξίσου τα δικά της θέματα.

Οι Akitaka Matsuo και Kenneth Benoit (2017) ανέλυσαν 23 εκατομμύρια tweets κατά την προεκλογική περίοδο για το Brexit βρίσκοντας σαφείς διαφορές ανάμεσα στους υποστηρικτές των δυο εκστρατειών. Όπως φαίνεται από την έρευνα, οι χρήστες του Twitter που υποστήριξαν την αποχώρηση χρησιμοποίησαν γλώσσα επιβράβευσης, θετική, δυναμική και κατηγορηματική, με προσανατολισμό στο μέλλον. Επιπλέον, φάνηκε ότι το κοινό σημείο κινητοποίησης για τους υποστηρικτές υπέρ της αποχώρησης και σε αυτό το μέσο ήταν η αρνητική στάση ως προς το ζήτημα της μετανάστευσης. 

Η έρευνα των Cram και Llewellyn (2016) έδειξε την κυριαρχία των υποστηρικτών της αποχώρησης, οι οποίοι είχαν ιδιαίτερα έντονη δραστηριότητα στο Twitter ακόμα και όταν οι επίσημες δημοσκοπήσεις τούς έδειχναν να χάνουν το δημοψήφισμα. Σε αντίθεση, οι υποστηρικτές της παραμονής άρχισαν να χρησιμοποιούν το Twitter μονάχα όταν διαφάνηκε η ξεκάθαρη νίκη του στρατοπέδου υπέρ της αποχώρησης, την τελευταία βδομάδα δηλαδή πριν το δημοψήφισμα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η υψηλότερη ημερήσια χρήση από τους υποστηρικτές της παραμονής ήταν την ίδια την ημέρα του δημοψηφίσματος με 38,5%, ξεκινώντας από μια οριακή χρήση του μέσου της τάξης του 3 – 5% τον Αύγουστο του 2015. Πολύ περισσότερο, η εκστρατεία υπέρ της αποχώρησης διασπάστηκε σε διάφορες υποομάδες και διάφορους εκπροσώπους.

Η εκπροσώπηση αυτή μας θυμίζει τη θεωρία των Katz και Lazarfeld (1955) σχετικά με την επικοινωνία των δύο βημάτων (two-step communication flow). Σύμφωνα με την παραπάνω θεωρία η επικοινωνία ακολουθεί δύο ξεχωριστά βήματα κατά τη διαδρομή της προς τον τελικό αποδέκτη, τους πολίτες. Έτσι, τα μέσα ενημέρωσης στοχεύουν το μήνυμά τους προς τους διάφορους εκπροσώπους (opinion leaders), οι οποίοι παρακολουθούν συστηματικά τα μέσα ενημέρωσης και αναμεταδίδουν το μήνυμα στον υπόλοιπο πληθυσμό, δίνοντας στο μήνυμα την προσωπική τους άποψη με τρόπο τέτοιο, ώστε να γίνεται πιο αποδεκτό. Έτσι, οι εκπρόσωποι λειτουργούν ως διαμεσολαβητές ανάμεσα στα μέσα ενημέρωσης και τους πολίτες, χρησιμοποιώντας την ικανότητά τους να πείθουν και να αλλάζουν τη στάση του κοινού προς όφελος μιας πολιτικής προσπάθειας.

Στην περίπτωση του Brexit, ωστόσο, και κυρίως όσον αφορά τη δράση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης η θεωρία των Katz και Lazarfeld μας επαναφέρει στο προσκήνιο τη δράση των διαμορφωτών γνώμης για τη διαδικασία ενός δημοψηφίσματος. Η έρευνα των Howard & Kollanyi (2016) για τη χρήση αυτοματοποιημένων λογαριασμών (bots) στο Τwitter, δίνει μια ενδιαφέρουσα διάσταση, καθώς δείχνει ότι τέτοιες πρακτικές εφαρμόστηκαν και από τις δύο ομάδες. Οι ερευνητές βρήκαν ότι το 1% των λογαριασμών παρήγαγε το ⅓ των συνολικών tweets υπέρ και κατά του Brexit.

Πολλά άρθρα εξετάζουν το σκοτεινό ρόλο που παίζουν πλέον τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κυρίως το Facebook, για τον επηρεασμό του εκλογικού σώματος μέσω της προώθησης στοχευμένων μηνυμάτων σε συγκεκριμένες ομάδες χρηστών βάσει των δημογραφικών και ψυχογραφικών τους χαρακτηριστικών, των ενδιαφερόντων τους, ή ακόμα και της ψυχολογικής τους κατάστασης (Albright, 2016 · Matz et al., 2017 · Cadwalladr, 2016, 2017 · Doward et al., 2017 · González, 2017 · Grassegger & Krogerus, 2017).

Παρά τους ισχυρισμούς της Cambridge Analytica αλλά και του ίδιου του Donald Trump ότι τη νίκη του στις Αμερικανικές εκλογές, τη «χρωστάει» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η έρευνα των Groshek και Koc-Michalska (2017) έδειξε ότι οι ενεργοί χρήστες των κοινωνικών μέσων δικτύωσης υποστήριζαν λιγότερο τους Ρεπουμπλικάνους λαϊκιστές και περισσότερο τους Δημοκρατικούς. Η ίδια τάση δεν επιβεβαιώνεται ωστόσο για τους πιο παθητικούς χρήστες, οι οποίοι υποστήριζαν τους Ρεπουμπλικάνους στο ίδιο σχεδόν βαθμό με τους ανθρώπους που επέλεξαν για την ενημέρωση τους την παραδοσιακή τηλεόραση. Σε δημοσιοποίηση σε τρία βρετανικά μέσα, την Observer, τον Guardian και το Channel 4 έγινε γνωστό ότι οι αμφιλεγόμενες υπηρεσίες της Cambridge Analytica χρησιμοποιήθηκαν και για το βρετανικό δημοψήφισμα από την εκστρατεία υπέρ της «αποχώρησης» (Leave) [1]. Η δημοσιότητα που έλαβε η υπόθεση ανησύχησε ιδιαίτερα τους χρήστες του Facebook και κατ’ επέκταση τους μετόχους της εταιρείας, ενώ ο ιδρυτής της Facebook, Mark Zuckerberg κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις στο Αμερικανικό Κογκρέσο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τις ακροάσεις να αναμεταδίδονται ζωντανά σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η συζήτηση που άνοιξε για την αθέμιτη χρήση προσωπικών δεδομένων των χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τη στόχευση και κατ’ επέκταση τη χειραγώγηση του εκλογικού σώματος, παρότι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εκφεύγει του πλαισίου της παρούσας εργασίας [2].

Τέλος, όπως παρατηρεί και ο Webster (2014) το χάσμα ανάμεσα σε ένα πρακτικά άπειρο αριθμό μηνυμάτων και της περιορισμένης προσοχής του χρήστη των κοινωνικών μέσων δικτύωσης, αλλά και η δομή των μέσων όπου ο χρήστης προχωράει εύκολα και γρήγορα από ένα μήνυμα στο επόμενο, αποτελεί μεγάλη πρόκληση για όποιον προσπαθεί να προσελκύσει το ενδιαφέρον του κοινού που στοχεύει. Άλλοι ερευνητές έχουν δείξει ότι ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα έχουν λαϊκιστικά μηνύματα που προκαλούν το θυμό (Hameleers et al. 2017 · Bobba et al. 2017). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η έρευνα των Bartlett et al. (2010), οι οποίοι βρήκαν ότι ένας από τους κύριους λόγους που συμμετοχής σε ηλεκτρονικές κοινότητες ακροδεξιών κομμάτων (για τη Βρετανία μελετήθηκαν οι υποστηρικτές του Βρετανικού Εθνικιστικού Κόμματος) δεν είναι το μίσος ενάντια στις ελίτ, αλλά κυρίως ως προς τους μετανάστες και αυτό περισσότερο για την πολιτισμική παρά την οικονομική απειλή που παρουσιάζεται ότι αποτελούν.

Η έρευνα

Η πρώτη περίοδος μελέτης είναι 12 ημέρες πριν το δημοψήφισμα (9 Ιουνίου – 23 Ιουνίου 2016), κατά την οποία συγκεντρώθηκαν πρωτογενή δεδομένα, 216 δημοσιεύσεις από τις σελίδες των εργατικών σωματείων και 184 από τις σελίδες των επαγγελματικών ομάδων (Ν1=400) στο Facebook.

Αντίστοιχα, η δεύτερη περίοδος ξεκινά από την 1 Δεκεμβρίου 2018 έως τις 20 Δεκεμβρίου 2018, κατά την οποία συγκεντρώθηκαν 105 δημοσιεύσεις από τις σελίδες των εργατικών σωματείων και 295 δημοσιεύσεις από τις σελίδες των ομάδων βάσης (Ν2=400). Η περίοδος αυτή επιλέχθηκε επειδή κρίθηκε σκόπιμο να δούμε ποιες είναι οι μεταβολές τις ημέρες πριν την επικύρωση της τελικής συμφωνίας εξόδου από τους ηγέτες των κρατών – μελών της Ε.Ε.

Η σύγκριση των δύο περιόδων είναι ενδιαφέρουσα, καθώς το στρατόπεδο υπέρ της αποχώρησης αν και κέρδισε το δημοψήφισμα, φάνηκε να δέχεται σοβαρά “πλήγματα”, πρώτα με την παραίτηση σημαντικών στελεχών (όπως του David Davis, αρμόδιου υπουργού για το Brexit, του Υπουργού Εξωτερικών Boris Johnson και του Γραμματέα για το Brexit Dominic Raab), την κριτική που δέχθηκε η πρόταση Chequers που συνέταξε η κυβέρνηση της Theresa May για την αποχώρηση, την προειδοποίηση της πρωθυπουργού για ενδεχόμενη αποχώρηση από την Ε.Ε. χωρίς επίτευξη συμφωνίας, μέχρι την αμφιλεγόμενη συμφωνία με τους αρχηγούς των κρατών – μελών της Ε.Ε., που επετεύχθη τελικά στις 25 Νοεμβρίου 2018 και την ακύρωση τελικά από την πρωθυπουργό Theresa May της κοινοβουλευτικής ψηφοφορίας για την εν λόγω συμφωνία που είχε προγραμματιστεί για τις 11 Δεκεμβρίου, μπροστά στην απειλή καταψήφισης από τα στελέχη του κόμματος της.

Πίνακας 1: Ποσοστό δημοσιεύσεων στις σελίδες των εργατικών σωματείων και των επαγγελμαυτικών ομάδων «βάσης» στο Facebook σχετικά με την παραμονή της Βρετανίας στην ΕΕ

Πίνακας 2: Τύπος δημοσιεύσεων στις σελίδες των εργατικών σωματείων και των επαγγελμαυτικών ομάδων «βάσης» στο Facebook σχετικά με την παραμονή της Βρετανίας στην ΕΕ

Η συλλογή των δημοσιεύσεων έγινε από τις επίσημες σελίδες των επαγγελματικών σωματείων στο Facebook και συγκεκριμένων ανεξάρτητων ομάδων με επαγγελματικό προσδιορισμό. Από τις σελίδες των εργατικών σωματείων επιλέχθηκαν μόνο οι δημοσιεύσεις που αναφέρονταν ρητά στο δημοψήφισμα ή το Brexit, ενώ για τις επαγγελματικές ομάδες συλλέχθηκαν όλες οι δημοσιεύσεις, καθώς οι σελίδες αυτές φιλοξενούν περιεχόμενο αποκλειστικά για αυτό το θέμα.

Τα εργατικά σωματεία επιλέχθηκαν βάσει του μεγέθους τους, αλλά και της στάσης τους ως προς το Brexit. Συγκεκριμένα επιλέχθηκε το TUC (Trades Union Congress), το UNITE (πρώην TGWU – Transport and General Workers Union) και το UNISON (public employees) υπέρ της παραμονής. Υπέρ της αποχώρησης η TUAEU (Trade Unions Against EU), το RMT (National Union of Rail, Maritime and Transport Workers) και το  ASLEF (Associated Society of Locomotive Steam Enginemen and Firemen).

Επιπλέον, συγκεντρώθηκαν δημοσιεύσεις από τις “σελίδες” των παρακάτω επαγγελματικών ομάδων βάσης: 1. Εργάτες υπέρ της αποχώρησης (Labour Leave), 2. Εργαζόμενοι Αλιείας υπέρ της αποχώρησης (Fishing for Leave), 3. Ακαδημαϊκοί υπέρ της αποχώρησης (Scientists for Britain), 4. Ακαδημαϊκοί υπέρ της παραμονής (Scientists for EU), 5. Εργάτες υπέρ της παραμονής (Workers’ Europe) 6. Κλάδος Υγείας υπέρ της παραμονής (NHS Against Brexit).

Οι δημοσιεύσεις κωδικοποιήθηκαν ως προς το περιεχόμενο, την πλαισίωση, τις πηγές που χρησιμοποιήθηκαν και τον τόνο (αρνητικός, θετικός, ουδέτερος). Για την ανάλυση περιεχομένου χρησιμοποιήθηκε το κείμενο της κύριας δημοσίευσης, το κείμενο στις δημοσιεύσεις με φωτογραφίες και video, καθώς και το κείμενο σε δημοσιεύσεις προς άλλους συνδέσμους (μέσα ενημέρωσης, άλλες ιστοσελίδες κτλ.).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Ξεκινώντας με την πρώτη περίοδο ανάλυσης του 2016, βλέπουμε ότι και οι δύο ομάδες χρησιμοποιούν τρία βασικά πλαίσια στις μισές περίπου δημοσιεύσεις της εξεταζόμενης περιόδου. Πιο συγκεκριμένα, το πλαίσιο αδικίας 51,2% από τα εργατικά σωματεία και 53,8% από τις ομάδες βάσης, το πλαίσιο απόδοσης ευθυνών 48,2% από τα σωματεία και 46,5% από τις ομάδες βάσης και το πλαίσιο κρίσης χρησιμοποιήθηκε 47,6% από τα εργατικά σωματεία και 47,9% από τις επαγγελματικές ομάδες βάσης. Είναι αξιοσημείωτο ότι τόσο τα σωματεία, όσο και οι ομάδες βάσης κατεύθυναν συστηματικά και με συνέπεια το θυμό του κόσμου προς την Ε.Ε., στοχοποιώντας τους ειδικούς, τους γραφειοκράτες, τους πλούσιους, τις ελίτ.

Χαρακτηριστικές είναι οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν κατά των υπευθύνων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τα σωματεία υπέρ της αποχώρησης. Φράσεις όπως «η Ε.Ε. ελέγχεται από μυστική οργάνωση», «η Ε.Ε. υπηρετεί μονάχα τα δικά της ελιτίστικα συμφέροντα», «οι πλούσιοι γραφειοκράτες της Ε.Ε.», όπως και εκφράσεις όπως «κλαμπ πλουσίων» και «αφεντικών», «οι αγορές πάνω από τους εργαζόμενους» είναι ενδεικτικές του κλίματος που επικρατούσε το 2016.

Ταυτόχρονα, στην περίπτωση των σωματείων έγινε και μια δεύτερη επίθεση που στόχευσε στο να απαντήσει σε επιχειρήματα υπέρ της παραμονής για τη δυνατότητα μεταρρύθμισης της Ε.Ε. ή αλλαγής της πολιτικής. Έτσι, τα σωματεία δήλωναν το 2016 ότι «οι λεοπαρδάλεις δεν αλλάζουν τις βούλες τους» και ότι «οι προτάσεις για μεταρρύθμιση της Ε.Ε. είναι παραπλανητικές – δεν υπάρχει θεσμικό πλαίσιο για μεταρρύθμιση».

Από τις δημοσιεύσεις των σωματείων υπέρ της αποχώρησης, οι 93 αναφέρονται στο δημοκρατικό έλλειμμα της Ε.Ε. (56%, n=164) και εξ’ αυτών 24 αναφέρονται ρητά στη στάση της Ε.Ε. προς την Ελλάδα κατά την οικονομική και προσφυγική κρίση ή ακόμη και στην εμμονή κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων.

Επίσης προβλήθηκε ιδιαίτερα μια φράση του Jeremy Corbyn, αρχηγού του Εργατικού κόμματος, που είχε αναφερθεί στην μετατροπή της Ελλάδας σε «αποικία Χρέους» από την Ε.Ε. Είναι σημαντικό να αναφερθεί εδώ ότι πολλές από τις δηλώσεις πολιτικών για το δημοψήφισμα του 1975, ανασύρθηκαν και υπέρ – προβλήθηκαν το διάστημα πριν το δημοψήφισμα του 2016.

Αν όμως τα εργατικά σωματεία υπέρ της αποχώρησης εστίασαν στις αδυναμίες μεταρρύθμισης της Ε.Ε. και στις οικονομικές ελίτ που τη διοικούν, η ρητορική των επαγγελματικών ομάδων βάσης ξεπέρασε αυτές τις γραμμές. Έτσι, το 2016 οι επαγγελματικές ομάδες έβλεπαν την Ε.Ε. ως απειλή για τη δημοκρατία στη Βρετανία. Χαρακτηριστικές οι φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν αυτήν την περίοδο είναι: «η δημοκρατία [βρίσκεται] υπό αεροπειρατεία», «όχι για την επιστήμη – για τη δημοκρατία», «Βρυξέλλες: αλυσίδες και σκλαβιά», «το επίχρυσο παλάτι της σκλαβιάς», «Μηχανή Ολικής Καταστροφής: παράγει μόνο αποπληθωρισμό, χαμηλή ανάπτυξη και ανεργία», «Πόλεμοι Λιτότητας», «Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι Ελλάδα» κ.ά.

Εδώ είναι σημαντικό να αναφερθούμε στην ομάδα των Αλιέων υπέρ της αποχώρησης, που πρόσκειται στο UKIP και ακολούθησε ακόμα πιο ακραία ρητορική. Η ομάδα αυτή δεν περιορίστηκε στο να αναφέρει πως η παραμονή στην Ε.Ε. ήταν επικίνδυνη για τη δημοκρατία αλλά για την ανεξαρτησία της χώρας και την ελευθερία των πολιτών. Φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν ήταν «να πάμε τη μάχη στην πρωτεύουσα», «Ελευθερία εναντίον Βρυξελλών: αλυσίδες και σκλαβιά», «καθημερινοί άνθρωποι εναντιώνονται στις δυνάμεις της σκλαβιάς» κ.ά.

Η ομάδα βάσης των Εργατών υπέρ της αποχώρησης χαρακτήρισε σωματεία υπέρ της παραμονής διεφθαρμένα και κράτησε τους τόνους ψηλά. Σε μια μόνο δημοσίευση καλεί σε διακοπή της πολιτικής ανοιχτών συνόρων για τη μετανάστευση, ενάντια στην πάγια πολιτική όλων των εργατικών σωματείων. Επίσης, παρέθεσε άρθρο της εφημερίδας Guardian για την ιστορική νίκη των Βρετανών εργαζομένων ενάντια στο Hitler και τον Kaiser, χαρακτήρισε την Ε.Ε. μη – δημοκρατική, νεοφιλελεύθερη και διεφθαρμένη που επιχειρεί μια χωρίς προηγούμενο επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα. Επιπλέον, χαρακτήρισε αλαζόνες τους γραφειοκράτες και τα μεσαία στελέχη διαχωρίζοντας τους από το εργατικό δυναμικό, καθώς η δουλειά τους είναι να διαχειρίζονται και όχι να παράγουν.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι ένα αόριστο επιχείρημα για αλλαγή ενός πολύπλοκου και άδικου μηχανισμού, που δημιουργήθηκε ούτως ή άλλως για να εξυπηρετήσει διαφορετικά συμφέροντα από εκείνα του απλού κόσμου, δεν θα έχει την ίδια δυναμική έναντι της άμεσης λύσης που προτείνεται από το αντίπαλο στρατόπεδο, αυτή της αποχώρησης. Έτσι λοιπόν, η λύση της αποχώρησης παρουσιάστηκε ως ευκαιρία και από εργατικά σωματεία (86,8%) και από τις ομάδες βάσης (75,4%).

Από την εξέταση της δεύτερης περιόδου, διακρίνουμε ότι η εικόνα ανάμεσα στα εργατικά σωματεία και τις ομάδες βάσης έχει αλλάξει άρδην. Πλέον τα εργατικά σωματεία κάνουν λιγότερες αναφορές στο Brexit, ενώ οι ομάδες βάσης δυο χρόνια μετά το δημοψήφισμα έχουν ακόμα αυξημένη δραστηριότητα. Αρχικά βλέπουμε ότι οι ομάδες βάσης υπέρ της παραμονής χρησιμοποιούν κατά κόρον το πλαίσιο ρίσκου (92,9%), ενώ ο τόνος είναι θετικός σε παραπάνω από τις μισές δημοσιεύσεις. Αντίθετα, τα σωματεία υπέρ της παραμονής έχουν εγκαταλείψει το πλαίσιο ρίσκου. Αυτό εξηγείται όταν παρατηρούμε ότι οι προσπάθειες τους δεν εστιάζουν πλέον στο να ανατρέψουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, αλλά στο να πιέσουν την κυβέρνηση να κατοχυρώσει τα εργασιακά δικαιώματα που παρέχει η Ε.Ε.

Ταυτόχρονα ωστόσο, για πρώτη φορά βλέπουμε ότι τα σωματεία υπέρ της αποχώρησης φαίνεται ότι τάσσονται μαζί με τα σωματεία που ήταν υπέρ της παραμονής στο σημείο που αναγνωρίζουν ότι η προτεινόμενη συμφωνία θα έχει τεράστιο κόστος για τα εργασιακά δικαιώματα. Φράσεις όπως «η πρωθυπουργός απογοητεύει τους εργαζόμενους ανθρώπους», «κουρελόχαρτα οι υποσχέσεις της May για τα εργασιακά δικαιώματα», «αυτή η συμφωνία απειλεί τα εργασιακά δικαιώματα», «τα εργατικά σωματεία δεν στηρίζουν τη συμφωνία, οι βουλευτές πρέπει να κάνουν το ίδιο» είναι χαρακτηριστικές.

Ωστόσο, και εδώ είναι ένα από τα πιο σημαντικά σημεία, είναι ότι για πρώτη φορά το 2018 γίνεται συζήτηση για την οικονομική κατάσταση που έχει περιέλθει μεγάλο τμήμα της βρετανικής κοινωνίας. Στις δημοσιεύσεις βρίσκουμε φράσεις όπως:

  • «Όσο   οι Tories πασχίζουν να βγάλουν τα εκατομμύρια τους από τη χώρα, οι εργαζόμενοι μετρούν  τις απώλειες χρόνων αβεβαιότητας»,      
               
  • «Ο κοινωνικός ιστός απειλείται», «οι εργαζόμενοι ανέχθηκαν οχτώ χρόνια λιτότητας για να ισοσκελιστούν οι προϋπολογισμοί»,           
               
  • «Ο μέσος εργαζόμενος έχασε 12.000 λίρες την τελευταία δεκαετία», «η λιτότητα ήταν πολιτική απόφαση»,
               
  • «Οι εργαζόμενοι υποφέρουν από τη βραδύτερη αύξηση μισθών τα τελευταία 200 χρόνια, ενώ ο πλούτος των 1.000 πλουσιότερων αυξήθηκε 117% από το 2010» κ.ά.                  

Στον αντίποδα, οι ομάδες υπέρ της αποχώρησης συνεχίζουν και αυξάνουν την πολεμική γλώσσα κάνοντας λόγο για προδοσία. Η ομάδα των Εργατών υπέρ της αποχώρησης κάνει λόγο για «προδοσία της Βρετανίας» από την Theresa May, της οποίας η δειλία δεν έχει όρια και για το φόβο του Jeremy Corbyn για το αποτέλεσμα που μπορεί να έχει η «προδοτική του στάση» αν στηρίξει το αίτημα για δεύτερο δημοψήφισμα. Οι Αλιείς υπέρ της αποχώρησης αποκαλούν την πρωθυπουργό «Μεϊκιαβέλλι» που πρόδωσε ακόμα και την κυβέρνηση της. Τα σωματεία υπέρ της αποχώρησης βλέπουν μια ούτως ή άλλως αποτυχημένη πολιτική, ζητούν την καταψήφιση της συμφωνίας με το σύνθημα Vote it Down και εκλογές, ώστε να αναλάβουν οι Εργατικοί τη διαπραγμάτευση.

Οι ομάδες υπέρ της παραμονής πιστές στον αρχικό τους στόχο, ζητούν δεύτερο δημοψήφισμα με το σύνθημα People’s Vote. Η θέση αυτή δεν υποστηρίζεται επίσημα από τα δυο μεγάλα κόμματα. Τέλος, οι ομάδες υπέρ της αποχώρησης ζητούν επίσης την καταψήφιση της συμφωνίας και επειδή η Βρετανία κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στην Ε.Ε. για πάντα, ζητούν άμεση έξοδο χωρίς περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Το 2018, τα εργατικά σωματεία υπέρ της παραμονής είναι εκείνα που περνούν μπροστά στην αντιπολίτευση αποδίδοντας τις ευθύνες στην κυβέρνηση, ενώ μιλούν για δεκάχρονη οικονομική κρίση και την κατάφωρη αδικία που έχει υποστεί η εργατική τάξη. Τέλος, οι ομάδες υπέρ της παραμονής μένουν πιστές στο αρχικό τους μήνυμα, μιλώντας περισσότερο για το ρίσκο της εξόδου, χρησιμοποιώντας όμως περισσότερο θετικό τόνο από όλες τις υπό εξέταση ομάδες.

Περί λαϊκισμού

Στην περίπτωση του βρετανικού δημοψηφίσματος, όπως είδαμε στην ανάλυση, η οικονομική κατάσταση μεγάλης μερίδας των πολιτών αγνοήθηκε από τα σωματεία και τους ενεργούς πολιτικούς δρώντες όταν το 2016 οι λαϊκιστικές φωνές αναγνώριζαν τα προβλήματα και καταδείκνυαν έναν υπεύθυνο: την Ε.Ε. Ωστόσο, αυτό που θα έπρεπε να μας απασχολεί με το λαϊκισμό είναι τρία βαθύτερα προβλήματα. Πρώτον, οι δρώντες του λαϊκισμού επωφελούνται από την απροθυμία των συμβατικών πολιτικών να αναφερθούν σε συστημικές ή πολιτικές αποτυχίες αναδεικνύοντας έτσι ουσιαστικά προβλήματα, κάτι το οποίο δίνει στους λαϊκιστές το πλεονέκτημα της «ειλικρίνειας» και της αμεσότητας με το ακροατήριο τους (Žižek, 2006). Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι ο λαϊκισμός δεν παρουσιάζει τους εκφραστές του ως μέλη κάποιας διαφορετικής τάξης ή ελίτ ή έστω μιας κάποιας intelligentsia. Αντίθετα, τους παρουσιάζει στην καλύτερη περίπτωση σαν outsider του πολιτικού συστήματος και στη χειρότερη, ως μέρος του ίδιου του λαού (Laclau, 2005). Η ιδιότητα του πιο άμεσου εκφραστή του λαού ωστόσο, τους δίνει το πλεονέκτημα της άκριτης εφαρμογής της θέλησης του. Δηλαδή, οι λαϊκιστές πολιτικοί βρίσκονται περισσότερο αποδεσμευμένοι από τους θεσμικούς, νομικούς και κοινωνικούς περιορισμούς που αντιμετωπίζουν οι υπόλοιποι αντιπρόσωποι του δημοκρατικού συστήματος. Τρίτον, ο λαϊκισμός εξαλείφει από τη μια τις κοινωνικές, οικονομικές και ταξικές διαφορές, τα ταξικά συμφέροντα δηλαδή των κυβερνωμένων τάξεων που ορίζουν τον πολιτικό προσανατολισμό. Από την άλλη διαχωρίζει τάξεις ή κοινωνικές ομάδες από την έννοια του λαού, όπως οι μετανάστες κτλ. (Laclau, 2005 · Laclau & Mouffe, 2014). Ως αποτέλεσμα των παραπάνω ζητημάτων, ο λαϊκισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με την ουσία της αστικής δημοκρατίας, ακόμα και όταν δεν κάνει απευθείας επίθεση στους θεσμούς.

Όπως ήταν αναμενόμενο, όταν η Ε.Ε. βρέθηκε αντιμέτωπη με την παγκόσμια οικονομική κρίση, η πολιτική της οπισθοχώρησε προτάσσοντας ως απάντηση την υπευθυνότητα και τις πολιτικές μονόδρομου. Η στάση αυτή πυροδότησε τις φυγόκεντρες δυνάμεις και την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των πολιτών. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι Ευρωπαίοι πολίτες βρέθηκαν έναντι τριών επιλογών: να συνεχίσουν να υποστηρίζουν το σύστημα, να προβούν σε πολιτική αποχή ως διαμαρτυρία και ένδειξη απώλειας της εμπιστοσύνης προς το σύστημα και τρίτον, να στηρίξουν τα λαϊκιστικά κόμματα, τα οποία υπερθεμάτισαν ότι το πρόβλημα δεν ήταν το σύστημα αλλά συγκεκριμένες ελίτ. Και ενώ οι περισσότεροι ψηφοφόροι συνεχίζουν να υποστηρίζουν στην πραγματικότητα τη δημοκρατία, υποστηρίζουν ταυτόχρονα και πολιτικά κόμματα τα οποία την υποσκάπτουν, καθώς δεν αναγνωρίζουν τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, την υπεροχή του κράτους δικαίου και το διαχωρισμό των εξουσιών (Mudde, 2017).

Το σημείο αυτό είναι ιδιάζουσας σημασίας, εάν αναλογιστούμε ότι αυτές οι ομάδες οι οποίες δραστηριοποιήθηκαν κυρίως στο Facebook είχαν πολύ μεγαλύτερη απήχηση από τα εργατικά σωματεία. Μπορεί η απάντηση να βρίσκεται στην αδυναμία των σωματείων να εντάξουν στο δυναμικό τους εργαζόμενους νεότερης ηλικίας, που ωστόσο συμμετέχουν πιο εύκολα σε ηλεκτρονικές δράσεις ή εργαζόμενους σε κλάδους που δεν αντιπροσωπεύονται ακόμα επαρκώς από τις παραδοσιακές δομές. Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι από τις επαγγελματικές ομάδες που μελετήθηκαν, μόνο δυο ανέδειξαν πώς θα επηρεάζονται τα συμφέροντα του κλάδου στο οποίο υποτίθεται ότι απευθύνονταν. Αρχικά, η επαγγελματική ομάδα του NHS εστίασε αποκλειστικά στο να αναδείξει τα θέματα της επαγγελματικής ομάδας στους υπόλοιπους ψηφοφόρους, ενώ η ομάδα των ακαδημαϊκών υπέρ της αποχώρησης, με λίγες εξαιρέσεις, κράτησε εστιασμένο το μήνυμα της στα ζητήματα που προκύπτουν από το Brexit για τα πανεπιστήμια και την ακαδημαϊκή έρευνα.

Οι υπόλοιπες ομάδες βάσης δεν φάνηκε σε καμία από τις δυο περιόδους να ασχολούνται, παρά μόνο επιφανειακά με τις επαγγελματικές ομάδες που έλεγαν ότι αντιπροσωπεύουν. Αυτό το γεγονός θέτει κάποιες υποψίες σχετικά με τις προθέσεις των επαγγελματικών ομάδων κατά τη σύστασή τους. Μελετώντας τα μηνύματα φάνηκε το γεγονός ότι κεντρικά σημεία των επίσημων προεκλογικών εκστρατειών εμφανίστηκαν λίγο ή και καθόλου (πχ. η μετανάστευση αναφέρθηκε σε μόλις τέσσερα άρθρα).

Αντίθετα, το θέμα των επιπτώσεων στην οικονομία καλύφθηκε σε μεγάλη έκταση και από τα δυο αντίπαλα στρατόπεδα. Εάν οι επίσημες εκστρατείες για το δημοψήφισμα του 2016 χαρακτηρίστηκαν ως “επιχείρηση φόβος”, οι ηλεκτρονικές εκστρατείες τόσο των εργατικών σωματείων όσο και των επαγγελματικών ομάδων μπορούν να χαρακτηριστούν ως “επιχείρηση θυμός”. Η αίσθηση της αδικίας στηρίχθηκε κυρίως στο δημοκρατικό έλλειμμα και την ανικανότητα, αλλά κυρίως την απροθυμία των εθνικών και ευρωπαϊκών οικονομικών ελίτ να διαχειριστούν τα προβλήματα του απλού εργαζόμενου.

Είναι σημαντικό και αντιφατικό το γεγονός ότι το 2016 το θέμα της οικονομίας προσεγγίζεται ελάχιστα από τη σκοπιά των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η εργατική και η μεσαία τάξη της Αγγλίας. Τα επιχειρήματα για την οικονομία δεν απευθύνονται στους ίδιους τους πολίτες, αλλά στους πολιτικούς και τις επιχειρήσεις, με την εστίαση να βρίσκεται στα πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα από την παραμονή ή την αποχώρηση γενικά για την εθνική οικονομία. Είναι σημαντικό τελικά ότι καμία πλευρά δεν έθεσε το ερώτημα για ποιο λόγο η 5η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο βρέθηκε να αδυνατεί να προστατεύσει το ¼ των πολιτών της που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Συγκεκριμένα ¼ των δημοσιεύσεων στοχοποιεί την ευρωπαϊκή ελίτ και μόλις ένα 10% επιρρίπτει ευθύνες και στην κυβέρνηση. Πολύ περισσότερο, ενώ τα σωματεία υπέρ της αποχώρησης και οι επαγγελματικές ομάδες προέβαλαν αρκετά το θέμα του δημοκρατικού ελλείμματος, δεν τέθηκε το ερώτημα της νομιμοποίησης της οικονομικής πραγματικότητας, δηλαδή της αποτυχία του νεοφιλελεύθερου οικονομικού συστήματος και τις επιπτώσεις αυτής της αποτυχίας, που ουσιαστικά είναι και το κεντρικό πρόβλημα πίσω από το Brexit.

Όταν πια η συζήτηση έφτασε τους ίδιους τους πολίτες, ο στόχος ήταν να αναδειχθεί η απροθυμία της κυβέρνησης και σε μεγαλύτερο βαθμό, των ευρωπαϊκών θεσμών να αντιμετωπίζουν τα προβλήματά τους. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι και τα εργατικά σωματεία ενσωματώνουν επιχειρήματα στοχοποίησης κατά των «ειδικών», των «ελίτ» και των γραφειοκρατών υπό το μανδύα μιας αριστερής ιδεολογίας, κάτι που φαίνεται να συμβαίνει χωρίς τον ιδεολογικό προσανατολισμό και στις υπόλοιπες ομάδες.

Σε συνδυασμό με τα παραπάνω, αυτό που βλέπουμε είναι η επικράτηση του τροποποιούμενου μηνύματος: δηλαδή την προσαρμογή του κεντρικού μηνύματος για τους τελικούς χρήστες σύμφωνα με τα ενδιαφέροντα και τις αξιακές τους προτεραιότητες. Το γεγονός ότι η πλειονότητα των επαγγελματικών ομάδων και στις δυο περιόδους εξέτασης άλλοτε αποσιώπησαν και άλλοτε υπερθεμάτισαν τα συμφέροντα των ομάδων που καλούνται να αντιπροσωπεύσουν μας υπενθυμίζει ότι η στόχευση δεν ήταν στα ίδια τα μέλη μιας κοινότητας, αλλά στο γενικότερο πληθυσμό. Το αποτέλεσμα αυτής της τακτικής είναι η δημιουργία ενός bandwagon effect [3], κάτι το οποίο δεν μελετήθηκε στα πλαίσια της εργασίας. Έτσι, ένα ενδιαφέρον σημείο για περαιτέρω έρευνα θα ήταν να μελετηθεί το κατά πόσο οι συγχρονισμένες ενέργειες περισσότερων ομάδων επηρέασαν τελικά την κοινή γνώμη μέσω του φαινομένου του bandwagon effect.

Καθώς η εμπιστοσύνη των πολιτών μειώνεται στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και στους πολιτικούς, φαίνεται η ύπαρξη μιας τάσης για αναζήτηση νέων πιο απλουστευτικών σημείων αναφοράς όπως οι επαγγελματίες, καθημερινοί άνθρωποι με «εμπειρία» στην πραγματική οικονομία και κάποια ιδιότητα που οι περισσότεροι πολίτες εμπιστεύονται (Coxon & Davies, 1986). Το ζητούμενο εδώ βρίσκεται στο γεγονός ότι η αξιολόγηση της πολιτικής θέσης δεν έχει να κάνει με την ιδιότητα του ανθρώπου και τη θέση του στην κοινωνία, όσο με ρητές ή και υπονοούμενες αξιολογήσεις σε ένα ασπρόμαυρο φάσμα ηθικής (πχ. φτωχός πλην τίμιος, πλούσιος διεφθαρμένος). 

Τέλος, το γεγονός ότι οι επαγγελματικές ομάδες δεν παρουσίασαν τα μηνύματα των επίσημων εκστρατειών με τον ίδιο τρόπο και τόνο μας δείχνει την κατασκευή ενός περιγράμματος για το τελικό μήνυμα. Από μια σκοπιά πολιτικής επικοινωνίας θα ήταν επίσης χρήσιμο να μελετηθεί το πώς διαχειρίστηκε το κοινό τη σύγχυση που δημιουργήθηκε ανάμεσα στα επίσημα μηνύματα που έρχονταν από θεσμικούς δρώντες και από ανεπίσημες ομάδες συμφερόντων. Είναι σημαντικό να αναφερθεί και το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις οι ομάδες αυτές ηθελημένα «αγνόησαν» τους θεσμικούς φορείς που υποστηρίζουν συγκεκριμένα μηνύματα πχ. η ομάδα των ακαδημαϊκών υπέρ του Brexit κράτησε αποστάσεις από όλους τους πολιτικούς. Οι ομάδες της αποχώρησης γενικότερα αποσιώπησαν κατά την πρώτη περίοδο (2016) τις θέσεις των Nigel Farage & Boris Johnson, χρησιμοποιώντας ωστόσο κάποια από τα σλόγκαν της εκστρατείας τους. Από την άλλη μεριά, το ίδιο συνέβη και με τις επαγγελματικές ομάδες της παραμονής που κράτησαν αποστάσεις από το εργατικό κόμμα. Με άλλα λόγια, οι επαγγελματικές ομάδες χρησιμοποίησαν την επαγγελματική τους ταυτότητα για τις ηλεκτρονικές επαφές των επαγγελματιών κατά την κατά την περίοδο του δημοψηφίσματος αλλά και μετά. Μάλιστα, θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε το κατά πόσο οι τροποποιήσεις των μηνυμάτων επηρέασαν την κατανόηση και την εμπειρία των χρηστών κατά το δημοψήφισμα και αργότερα.

Ενώ θα περίμενε κανείς ότι ομάδες βάσης θα χρησιμοποιούσαν μέσα ίδιας ιδεολογικής προσέγγισης, αυτό που φαίνεται ότι συμβαίνει είναι ότι οι επαγγελματικές ομάδες λειτουργούν σε ένα κόσμο μετα-ιδεολογίας (Beck, 1996). Αναφορικά, όλες οι επαγγελματικές ομάδες χρησιμοποιούν πηγές από όλο το πολιτικό φάσμα, με τις αριστερές ομάδες να καθυστερούν στην υιοθέτηση αυτής της τακτικής και τις δεξιές να πρωτοπορούν. Έτσι, είδαμε την ακροδεξιά ομάδα των Αλιέων χρησιμοποιεί στην καμπάνια της και άρθρα του Guardian. Επίσης, παρατηρήθηκε εκτεταμένη χρήση δηλώσεων πολιτικών προσώπων για το πρώτο δημοψήφισμα του 1975, προκειμένου να υποστηριχθούν οι αντίστοιχες θέσεις το 2016. Τα μηνύματα σε αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν εκτός του αρχικού τους πλαισίου, αποκτώντας διαφορετικό νόημα. Το τελευταίο θα έπρεπε να μας προβληματίσει για την πλαστικότητα της μετα – ιδεολογικής περιόδου, κατά την οποία το μήνυμα χάνει την καθολικότητα της έννοιας του. Όπως είχε παρατηρήσει ο Patterson (1993), «η ερμηνεία παρέχει ένα θέμα, τα γεγονότα απλά υποστηρίζουν την ερμηνεία».


[1] Η Cambridge Analytica φέρεται να έχει αναλάβει διάφορες εκστρατείες μέχρι τώρα, όπως την εκλογή του Mandela το 1994, την εκστρατεία της “Πορτοκαλί Επανάστασης” στην Ουκρανία το 2004 και προεκλογικές καμπάνιες από την Αλβανία ως την Ινδονησία (Albright, 2016).

[2] Θα ήταν ενδιαφέρον να σταθούμε στην έρευνα των Kim et al. (2018), η οποία μέσω μιας διαδικτυακής εφαρμογής και με τη συγκατάθεση των χρηστών, κατέγραψε 5.000.000 διαφημίσεις που δέχθηκαν μόλις 10.000 χρήστες του Facebook κατά την αμερικανική προεκλογική περίοδο του 2016. Όπως πολύ σωστά παρατήρησαν οι ερευνητές, αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να εντοπίσουν και να καταγράψουν τις στοχευμένες διαφημίσεις που δέχθηκαν οι χρήστες του Facebook, μέσω δηλαδή των λογαριασμών των ίδιων των τελικών χρηστών. Σημαντική είναι και η υπενθύμιση των Kim et al. (2018), ότι στην πραγματικότητα δημόσια είναι μόνο η κύρια εκδοχή μιας διαφήμισης, όχι οι παραλλαγές της, οι οποίες ωστόσο χρησιμοποιούνται για τη στόχευση συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων.

[3] Το φαινόμενο bandwagon αναφέρεται στην τάση που έχουν οι άνθρωποι να συμφωνούν με την άποψη που φαίνεται πιο δημοφιλής, να υποστηρίζουν την ομάδα που φαίνεται να κερδίζει κτλ. Τα social media έχουν δομικά χαρακτηριστικά που ευνοούν το φαινόμενο του bandwagon (Fu & Sim, 2011; Wang et al. 2015), όπως την προβολή του αριθμού «κοινοποιήσεων» και «μου αρέσει» προκειμένου να τραβούν το ενδιαφέρον των χρηστών. Η «δημοφιλία» μιας άποψης ωστόσο μπορεί να μην είναι ακριβώς αυτή που παρουσιάζεται, αν αναλογιστούμε τους ψεύτικους λογαριασμούς χρηστών, εταιρειών, τα bots κτλ.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Albright, J. (2016). How Trump’s campaign used the new data-industrial complex to win the election. USApp–American Politics and Policy Blog.

Alvares, C., & Dahlgren, P. (2016). Populism, extremism and media: Mapping an uncertain terrain. European Journal of Communication, 31(1), 46–57. https://doi.org/10.1177/0267323115614485

Bartlett, J., Birdwell, J., & Littler, M. (2011). The rise of populism in Europe can be traced through online behaviour. The new face of digital populism. London: Demos.

Beck, U. (1996). Η Επινόηση τον Πολιτικού: Για μια θεωρία του εκσυγχρονισμού, Πρόλογος Ν. Κοτζιά, Μετάφραση Κ. Καβουλάκου. Α.Α. Λιβάνη.

Bobba, G., Alberto, C. C., & Cremonesi, C. (2017). The Age Of Populism?. ECPR General Conference. Oslo, 2017.

Bozdag, E., & van den Hoven, J. (2015). Breaking the filter bubble: democracy and design. Ethics and Information Technology17(4), 249-265.

Cadwalladr, C. (2016). Google, democracy and the truth about internet search. The Guardian, 4(12), 2016.

Cadwalladr, C. (2017). The great British Brexit robbery: how our democracy was hijacked. The Guardian, 20.

Coxon, A. P. M., Davies, P. M., & Jones, C. L. (1986). Images of social stratification: Occupational structures and class. Sage Publications Ltd.

Cram, L., & Llewellyn, C. (2016). If Twitter is the medium of the underdog, are the ‘reluctant Remainers’ poised to bite?. LSE European Politics and Policy (EUROPP) Blog.

Doward, J., Cadwalladr, C. C. C., & Gibbs, A. (2017). Watchdog to launch inquiry into misuse of data in politics. Sat, 4, 22-29.

Doward, J., & Gibbs, A. (2017). Did Cambridge Analytica influence the Brexit vote and the US election? Guard.

Druckman, J., Peterson, E., & Slothuus, R. (2013). How Elite Partisan Polarization Affects Public Opinion Formation. American Political Science Review, 107(1), 57-79. doi:10.1017/S0003055412000500

Entman, R. M. (1993). Framing: Toward clarification of a fractured paradigm. Journal of communication43(4), 51-58.

Fu, W. W., & Sim, C. C. (2011). Aggregate bandwagon effect on online videos’ viewership: Value uncertainty, popularity cues, and heuristics. Journal of the American Society for Information Science and Technology62(12), 2382-2395.

González, R. J. (2017). Hacking the citizenry?: Personality profiling,‘big data ’and the election of Donald Trump. Anthropology Today, 33(3), 9-12.

Grassegger, H., & Krogerus, M. (2017). The data that turned the world upside down. Vice Magazine, January, 30.

Groshek, J., & Koc-Michalska, K. (2017). Helping populism win? Social media use, filter bubbles, and support for populist presidential candidates in the 2016 US election campaign. Information, Communication & Society20(9), 1389-1407.

Hameleers, M., Bos, L., & de Vreese, C. H. (2017). “They did it”: The effects of emotionalized blame attribution in populist communication. Communication Research44(6), 870-900.

Katz, E., & Lazarsfeld, P. F. (1955). Personal influence: the part played by people in the flow of mass communications.

Kim, Y. M.,  Hsu, J., Neiman, D., Kou, C., Bankston, L., Kim, S. Y., Heinrich, R., Baragwanath, R., Raskutt, G. (2018). The stealth media? Groups and targets behind divisive issue campaigns on Facebook. Political Communication (to be published). Retrieved from:

https://journalism.wisc.edu/wp-content/blogs.dir/41/files/2018/04/Kim.FB_.StealthMedia.re_.3.twocolmns.041718-1.pdf

Laclau, E. (2005). On populist reason. Verso.

Laclau, E., & Mouffe, C. (2014). Hegemony and socialist strategy: Towards a radical democratic politics. Verso Trade.

Matsuo, A., & Benoit, K. (2017). More positive, assertive and forward-looking: how Leave won Twitter. LSE Brexit.

Mudde, C. (2017). An ideational approach. The Oxford handbook of populism, 27.

Pariser, E. (2011). The filter bubble: What the Internet is hiding from you. New York: Penguin Press.

Patterson, T. E. (1993). Out of order. New York: Alfred A. Knopf

Sunstein, C. R. (2007). Republic.com 2.0. First Edit. Princeton: Princeton University Press.

Usherwood, S., & Wright, K. A. (2017). Sticks and stones: Comparing Twitter campaigning strategies in the European Union referendum. The British Journal of Politics and International Relations, 19(2), 371-388.

Wang, K. C., Lai, C. M., Wang, T., & Wu, S. F. (2015, October). Bandwagon effect in Facebook discussion groups. In Proceedings of the ASE BigData & SocialInformatics 2015 (p. 17). ACM.

Žižek, S. (2006). Against the populist temptation. Critical inquiry32(3), 551-574.