ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ, ΑΠΕΙΛΗ ΚΑΙ ΛΥΤΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Οι εφημερίδες έχουν αντιμετωπίσει τα τελευταία πενήντα χρόνια ποικίλες προκλήσεις εξαιτίας του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης αλλά και της αυξανόμενης οικονομικής πίεσης[1] (πτώση στην αναγνωσιμότητα, αύξηση των τυπογραφικών εξόδων), ωστόσο, μέχρι σήμερα κατάφεραν να επιβιώσουν. Ένας από τους λόγους για τους οποίους το κατάφεραν είναι ο παραδοσιακός έλεγχος των εφημερίδων επί των δικτύων παραγωγής και διανομής των ειδήσεων. Δηλαδή, είχαν την ιδιοκτησία του έντυπων μέσων, τα οχήματα διανομής αλλά και τα κεφάλαια για την παραγωγή των ειδήσεων.

Και ξαφνικά ήρθε το διαδίκτυο

Η ανάδυση όμως των online υπηρεσιών καθώς και η εκρηκτική άνοδος του ίντερνετ τα άλλαξαν όλα. Με τις νέες δυνατότητες που δίνονται μπορεί κάποιος πολύ εύκολα να γίνει εκδότης και να μεταδώσει ηλεκτρονικά την πληροφορία ανά τον κόσμο, χωρίς να χρειάζεται να επενδύσει εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια ή ακόμα και περισσότερα σε εξοπλισμό, ουσιαστικά με μηδενικά έξοδα.

Αυτό αλλάζει στην πραγματικότητα το κόστος της δομής μιας εφημερίδας που παραδοσιακά κυριαρχείται από το κόστος των τυπογραφικών και παράλληλα μειώνει στο ελάχιστο το χρόνο μετάδοσης της είδησης. Όπως είναι αναμενόμενο αυτές αλλαγές πυροδότησαν και νέα στρατηγικά μοντέλα για τις εφημερίδες που περιλαμβάνουν ανταγωνισμό στην ταχύτητα, το κόστος και τη διαφοροποίηση.

Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των online εφημερίδων αυξάνεται σταδιακά. Οι μεγαλύτερες εφημερίδες ανά τον κόσμο εκτός από την έντυπη έκδοση διατηρούν και ηλεκτρονική. Η αλματώδης αύξηση της διεισδυτικότητας του ίντερνετ και των παραπάνω δεδομένων εξανάγκασαν τις εφημερίδες προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς το διαδίκτυο μετατρέπεται σε σημαντικό μέσο που είναι αδύνατον μα αγνοηθεί.  

Η Μελίντα ΜακΆνταμς που έλαβε μέρος στη δημιουργία του διαδικτυακού Digital Inc, την ηλεκτρονική δηλαδή έκδοση της Washington Post, μία από τις πρώτες διαδικτυακές εκδόσεις εφημερίδων, στις αρχές της δεκαετίας του 90’, χαρακτηρίζει την εμπειρία ως «πεζοπορία στην άγρια φύση, χωρίς χάρτη, χωρίς πυξίδα». Παράλληλα, σημειώνει ότι όλοι όσοι έλαβαν μέρος στη διαδικασία έμαθαν πολλά νέα πράγματα. «Αντιμετωπίσαμε πολλές σκληρές ερωτήσεις σε σχέση με το αν έπρεπε να μετατρέψουμε την εφημερίδα σε ένα νέο μέσο, κι αν δεν φτάσαμε σε οριστικές και αδιαμφισβήτητες απαντήσεις, τουλάχιστον εξερευνήσαμε και ανακαλύψαμε ποικίλες επιλογές[2]».

Το κλειδί της ανάπτυξης των online εφημερίδων είναι η χρήση δομών που λειτουργούν πολλά χρόνια σε συνδυασμό με δυνατότητες που δίνει η τεχνολογία. Οι δομές όμως στην ουσία παραμένουν οι ίδιες. Ρεπόρτερς, αρχισυντάκες, συντάκτες και ανταποκριτές λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Τουλάχιστον στις online εφημερίδες μεγάλου μεγέθους που ανήκουν συνήθως σε ένα από τα παραδοσιακά μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα. Γιατί έχουν ξεπηδήσει παράλληλα και διάφορες (υποτιθέμενα) ενημερωτικές ιστοσελίδες που λειτουργούν με τη μέθοδο του «clopyright». Απασχολώντας ελάχιστους δημοσιογράφους, συνήθως άπειρους, επιδίδονται στην αντιγραφή κειμένων είτε από Πρακτορεία (όχι συχνά, γιατί κάτι τέτοιο απαιτεί συνδρομή) είτε από άλλες ενημερωτικές ιστοσελίδες που έχουν και συνδρομές σε διεθνή ειδησεογραφικά Πρακτορεία, αλλά και ρεπόρτερς και ανταποκριτές για να λαμβάνουν την πληροφόρηση.

Οι αναγνώστες «μεταναστεύουν»

Στις αρχές της δεκαετίας του 90’ η ανάπτυξη της online δημοσιογραφίας και του Διαδικτύου στην κυριολεξία αιχμαλώτισαν τη φαντασία των Αμερικανών με μεγάλη ένταση. Το φαινόμενο αυτό συνοδεύτηκε από σειρά δηλώσεων σχετικά με επερχόμενες σημαντικές κοινωνικές αλλαγές, όπως είναι η δημιουργία εικονικών κοινοτήτων καθώς και η έλευση μιας νέας οικονομίας[3]. Σε μεγάλο βαθμό οι εκτιμήσεις της εποχής επαληθεύτηκαν.

Η πτωτική πορεία της κυκλοφορίας των εφημερίδων που ξεκίνησε τη δεκαετία του 70’ συνεχίστηκε σταθερά και την τελευταία δεκαετία με αποκορύφωμα τα έτη 2008-2009 όταν οι εφημερίδες δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα και λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Η εβδομαδιαία κυκλοφορία των ημερήσιων εφημερίδων στις ΗΠΑ το 2007 έφτασε τα 50.7 εκατ, αγγίζοντας το χαμηλότερο επίπεδο από το 1945. Στην κατάσταση αυτή συνέβαλλαν σημαντικά οι πιέσεις διαφημιστών για εκπτώσεις  στην ποιότητα του προϊόντος με το σκεπτικό ότι έτσι θα μπορούσαν να διατηρηθούν τα κέρδη. Πολύ γρήγορα ωστόσο αποδείχθηκε ότι η φιλοσοφία αυτή δεν θα μπορούσε να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα [4]

Οι εφημερίδες διατηρούν την αναγνωσιμότητα τους σήμερα μέσω των ιστοσελίδων τους στο ίντερνετ σε μεγάλο βαθμό. Οι αναγνώστες εγκαταλείπουν το χαρτί και «μεταναστεύουν» στο ίντερνετ, δηλαδή στις ηλεκτρονικές εκδόσεις των εφημερίδων, ενώ οι νέοι εγκαταλείπουν τις εφημερίδες εντελώς με αποτέλεσμα οι εφημερίδες να μην προσελκύουν πλέον το ενδιαφέρον των διαφημιστών .

Εξάλλου, η περιστολή των διαφημιστικών δαπανών που ήρθε σαν αποτέλεσμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης μετά το 2008, κατάφερε αποφασιστικό πλήγμα κατά των εφημερίδων που επιβιώνουν εδώ και πολλά χρόνια από τη διαφήμιση και όχι από τις πωλήσεις ή τις συνδρομές.

Θα μπορούσε το ίντερνετ να γίνει η λύτρωση των εφημερίδων;

David Leigh, αρθρογράφος κι ένας από τους βασικούς ερευνητές της βρετανικής Guardian

Ο David Leigh, αρθρογράφος κι ένας από τους βασικούς ερευνητές της βρετανικής Guardian, με σαραντάχρονη πορεία στον έντυπο Τύπο σε άρθρο του προτείνει μία λύση που θα μπορούσε να σώσει δυνητικά τις εφημερίδες. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στο άρθρο του[5] ο Βρετανός δημοσιογράφος «είναι ελάχιστοι οι άνθρωποι στη δουλειά που είναι διατεθειμένοι να στοιχηματίσουν ότι όλες οι ημερήσιες εφημερίδες θα εκδίδονται ακόμα σε πέντε χρόνια. Οι κυκλοφορίες καταρρέουν γιατί οι αναγνώστες μπορούν να βρουν ό,τι χρειάζονται στο διαδίκτυο. Αυτοί οι αναγνώστες όχι μόνο απεχθάνονται πλέον την ιδέα να πληρώσουν για να διαβάσουν online, αλλά και η ύπαρξη του BBC online που επιχορηγείται, διασφαλίζει το ότι δεν χρειαστεί ποτέ να πληρώσουν για να μάθουν την ειδησεογραφία της ημέρας».

Διαβάζοντας τα πρόσφατα νούμερα στα οποία κατέληξε η Εθνική Έρευνα για την Αναγνωσιμότητα[6] στη Βρετανία, ο δημοσιογράφος κατέληξε σε μία πρόταση, η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως αν όχι να σώσει τις εφημερίδες, τουλάχιστον να επιμηκύνει το βίο τους. Αν και οι καταναλωτές δεν πληρώνουν για τις διαδικτυακές ειδήσεις, πληρώνουν και τώρα και στο μέλλον σίγουρα, αρκετά χρήματα για να έχουν ευρυζωνικά δίκτυα, έτσι ώστε να μπορούν να λαμβάνουν τις διαδικτυακές ειδήσεις χωρίς χρέωση. Ο Leigh υποστηρίζει ότι αν οι πάροχοι ευρυζωνικών δικτύων ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν 2 λίρες για το λογαριασμό κάθε συνδρομητή στις εφημερίδες το οικονομικό πρόβλημα των εφημερίδων θα μπορούσε να λυθεί. Η κατανομή των πόρων που θα προέκυπταν θα μπορούσε να γίνει ανάλογα  με τον αριθμό των αναγνωστών τους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο δημοσιογράφος στη Βρετανία περίπου 20 εκατ. νοικοκυριά πληρώνουν περίπου 15 λίρες το μήνα για μία γρήγορη ευρυζωνική σύνδεση και περίπου άλλες πέντε λίρες για ίντερνετ στο κινητό τηλέφωνο τους. Οι πολίτες πληρώνουν με προθυμία χρήματα στις εταιρείες τηλεπικοινωνιών αλλά ούτε λίρα για τις ειδήσεις που λαμβάνουν ως αποτέλεσμα. Η λύση των «2 λιρών» θα μπορούσε να αποφέρει στις εφημερίδες ετησίως 500 εκατ. λίρες.

Ο David Leigh εκτιμά ακόμα ότι την ημέρα που οι εφημερίδες θα σταματήσουν να τυπώνουν θα καταφερθεί ένα αποφασιστικό πλήγμα στην ίδια τη δημοκρατία, καθώς τα ελάχιστα έσοδα που λαμβάνουν οι ενημερωτικές ιστοσελίδες από τη διαφήμιση είναι αδύνατον να χρηματοδοτήσουν την ερευνητική δημοσιογραφία που ασκεί τον έλεγχο σε κυβερνήσεις και ηγεσίες.

Είναι βέβαιο πάντως ότι αν υιοθετούνταν μία τέτοια λύση που θα προϋπέθετε φυσικά πολιτική απόφαση κάποιας ηγεσίας, θα προκαλούσε πόλεμο ανάμεσα στις εταιρείες τηλεπικοινωνιών και εκδοτικά συγκροτήματα ακόμα κι αν οι δύο πλευρές ανήκουν στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο.

Φαίη Δουλγκέρη

 

 

Βιβλιογραφία

[1] Cryns D.S., Impact of the Internet: Newspaper Industry, seminar paper, , Munich: Grin Publishing

[2] Van der Wurff, R., Lauf E. (eds) (2005), Print and Online Newspapers in Europe. A comparative analysis in 16 countries. Amsterdam: Het Spinhuis Publishers

[3] Boczkowski, P. J., (2005), Digitizing the News, New Baskerville: MIT Press

[4] Meyer P. (2009) The vanishing newspaper: saving journalism in the information age, Misouri: University of Missouri Press σελ. 4

[5] Leigh David, A £2-a-month levy on broadband could save our newspapers, Guardian, www.guardian.co.uk, 12/10/2012,  [ http://www.guardian.co.uk/media/2012/sep/23/broadband-levy-save-newspapers]

[6] Οι έρευνες είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα National Readership Survey http://www.nrs.co.uk/toplinereadership.html

Advertisements