Ελληνικά Μέσα ενημέρωσης: το παράδοξο σπιράλ αξιοπιστίας

του Στέλιου Παπαθανασόπουλου

Πριν 30 χρόνια, η σχέση ανάμεσα στους πολίτες και τα μέσα ενημέρωσης, ιδίως τα ιδιωτικά, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως  ειδυλλιακή.

Οι πολίτες εγκατέλειπαν τα κρατικά μέσα και στράφηκαν αρχικά στην ιδιωτική ραδιοφωνία και μετέπειτα στην ιδιωτική τηλεόραση. Σταδιακά όμως, αυτή η σχέση έχασε τη μαγεία της.

Η εμπιστοσύνη χρησιμοποιείται συχνά για να σκιαγραφηθούν οι σχέσεις με την πάροδο του χρόνου μεταξύ δύο πλευρών. Στην πράξη, η εμπιστοσύνη ενέχει πολλά συστατικά στοιχεία προερχόμενα από κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, από την αγάπη και τη σύνδεση παιδιού – γονέων έως την πολιτική συμμετοχή και ούτω καθεξής.

Στην περίπτωση των μέσων ενημέρωσης, η εμπιστοσύνη συσχετίζεται με τη ζήτηση και την κατανάλωση των υπηρεσιών που προσφέρουν τα μέσα. Κατ’ αντιστοιχία, όσοι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν και καταναλώνουν το περιεχόμενο ενός μέσου ενημέρωσης, τόσο μεγαλύτερη εμπιστοσύνη τείνουν να του έχουν. Αντίθετα, όταν δυσπιστούν, τείνουν να στρέφονται στην κατανάλωση εναλλακτικών μέσων και πηγών περιεχομένου, όπως στις μέρες μας στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Στην «εποχή των μνημονίων», τα μεγάλης εμβέλειας ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης απώλεσαν σταδιακά την αξιοπιστία τους, δικαίως ή αδίκως. Κι αυτό συνέβη όταν όλα σχεδόν τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης άρχισαν να δημοσιεύουν λιγότερο ή περισσότερο ταυτόσημες ερμηνείες αναφορικά με το ποια κατεύθυνση θεωρούσαν ότι χρειαζόταν να πάρουν η κοινωνία και η οικονομία. Ενισχύοντας το ένα το άλλο, είτε στην επιλογή των θεμάτων, στα πρωτοσέλιδα, στα άρθρα και στις συνεντεύξεις εμπειρογνωμόνων, σε τηλεοπτικές συζητήσεις και πάνελ, ο μέσος τηλεθεατής – πολίτης άρχισε να διακρίνει ότι οι διαχωριστικές γραμμές επιλογής ανάμεσα στα παραδοσιακά μέσα είχαν καταστεί δυσδιάκριτες.

Έτσι, σταδιακά και χωρίς να το καταλάβει κανείς, η άποψη των «mainstream» ΜΜΕ άρχισε να φαντάζει αλαζονική – ιδίως για εκείνους που θεωρούσαν τους εαυτούς τους «ηττημένους». Το πρόβλημα ήταν ότι δυστυχώς οι «ηττημένοι» στο πλαίσιο των κοινωνικών μετασχηματισμών αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο, με τα «mainstream» ΜΜΕ να μη συζητούν ούτε να αντικατοπτρίζουν τις ανάγκες, τις λύπες τους, και τους φόβους αυτών που ένιωθαν αδικημένοι με ότι συνέβαινε.

Πηγή: Public Issue, Νοέμβριος 2018

Έτσι, άρχισαν να θεωρούν ότι τα «mainstream» ΜΜΕ είχαν γίνει πλέον φερέφωνο του «συστήματος» – αποκαλώντας τα πλέον «συστημικά» ή «κατεστημένα» μέσα κι άρχισαν να στρέφονται όχι στην κρατική ραδιοτηλεόραση, η οποία ξαναλειτούργησε μετά το κλείσιμο της από το 2013 έως το 2015, αλλά στα ψηφιακά μέσα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σε αυτό συνετέλεσε όχι μόνον η ανάπτυξη του διαδικτύου, αλλά και οι νέες, «επιθετικές» τιμές κοστολόγησης των τηλεπικοινωνιακών παρόχων που ήθελαν να αυξήσουν την πελατεία τους.

Βέβαια δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η αποστροφή ή ο μικρότερος βαθμός εμπιστοσύνης σε ένα μέσο μπορεί να οφείλεται όχι μόνον στην αλλαγή που επιφέρουν οι τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά και στο γεγονός ότι ανταποκρίνονται λιγότερο στις ανάγκες και προτεραιότητες των νεότερων γενεών.  Ούτε επίσης πρέπει να παραβλέπουμε ότι, όπως καταδεικνύει η ιστορία των μέσων επικοινωνίας, σε όλες τις εποχές υπήρχαν παλαιά και νέα μέσα.  Ο συνδυασμός όλων των παραγόντων είχε σημαντικές επιπτώσεις στην κατανάλωση, άρα και σε μεγάλο βαθμό στην εμπιστοσύνη, των μέσων.

Πηγή: Public Issue, Νοέμβριος 2018

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και λόγο, καταλήξαμε να καταγράφουμε την περίπτωση μιας χώρας όπου με σχετικά μέτρια ανάπτυξη του διαδικτύου, όλα τα μέσα μεγάλης εμβέλειας έχουν εισέλθει σε φάση ύφεσης και έχει κλονιστεί η αξιοπιστία τους. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η Ελλάδα μαζί με τη Νότιο Κορέα να καταγράφονται ως οι χώρες των οποίων οι πολίτες  ενημερώνονταν περισσότερο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε παγκόσμιο επίπεδο (βλέπε την έρευνα του Reuters Institute). Όσον αφορά στην Ελλάδα, αυτό το παράδοξο είναι ακόμη πιο έντονο, όταν βλέπει κανείς ότι η ενημέρωση γίνεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από το διαμοιρασμένο περιεχόμενο των μεγάλης εμβέλειας μέσων.

Πόσο θα διαρκέσει αυτό το παράδοξο; Όσο δεν προκύπτουν πραγματικά νέα μέσα που να αντιπροσωπεύουν τα κελεύσματα της νέας εποχής, αργά ή γρήγορα τα μέλη του κοινού θα επιστρέψουν στα μεγάλης εμβέλειας μέσα, ασχέτως αν καταναλώνουν το περιεχόμενό τους ψηφιακά ή με τον παραδοσιακό τρόπο (π.χ., έντυπα, τηλεθέαση κλπ).

Το ραδιόφωνο μας δείχνει για μια ακόμη φορά το δρόμο. Η  Ελλάδα διακρινόταν ως η χώρα με την υψηλότερη εμπιστοσύνη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (αν και το διαδίκτυο δεν έχει διαδοθεί σε περισσότερο από το 65% του πληθυσμού της). Ωστόσο, τα τελευταία δύο χρόνια η εικόνα αυτή αρχίζει να αλλάζει. Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα της Public Issue για το 2018, μεταξύ των μέσων ενημέρωσης, το ραδιόφωνο παραμένει το πλέον αξιόπιστο (το εμπιστεύεται το 54%).

Πηγή: Public Issue, Νοέμβριος 2018

Το διαδίκτυο διατηρεί μεν τη 2η θέση (41%), αλλά εμφανίζει σοβαρή υποχώρηση σε σχέση με τη μέγιστη εμπιστοσύνη προς αυτό που καταγράφηκε το 2008 (50%) & το 2011 (48%). Η εμπιστοσύνη στις εφημερίδες συρρικνώνεται (η ανάκαμψη του 2015 αποδείχθηκε συγκυριακή), ενώ η εμπιστοσύνη στην τηλεόραση, που βρέθηκε στο κατώτατο σημείο το 2010-2014, ανακάμπτει (22%, +7%).

Πηγή: Public Issue, Νοέμβριος 2018

Το ραδιόφωνο, ως προπομπός όλων των σύγχρονων ηλεκτρονικών μέσων, παλαιών και νέων, μας δείχνει την επόμενη μέρα. Σε διεθνές επίπεδο, χώρες με υψηλό πολιτιστικό επίπεδο συνεχίζουν να δείχνουν στο ραδιόφωνο υψηλό βαθμό προτίμησης. Άλλωστε, το ραδιόφωνο σε σύγκριση με όλα τα άλλα μέσα, ψηφιακά ή αναλογικά, παλαιά ή νέα,  είναι ακόμα σε θέση ανά πάσα στιγμή να μας προκαλέσει, να τονώσει και να «διεγείρει» τη φαντασία του κοινού και να δημιουργήσει στιγμές ανάλογες με εκείνες του 1938, όταν μεταδιδόταν η ραδιοφωνική προσαρμογή του βιβλίου του Όρσον Ουέλς «Ο Πόλεμος των Κόσμων».

Όλα αυτά καταδεικνύουν για μια ακόμη φορά ότι το περιεχόμενο είναι αυτό που καθοδηγεί όχι μόνον την αξιοπιστία των μέσων επικοινωνίας, αλλά και την πορεία τους. Τα πράγματα είναι απλά:  όσα μέσα ενημέρωσης θα επενδύσουν στο περιεχόμενο, θα επενδύσουν ταυτόχρονα στην αξιοπιστία και θα κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών – οι οποίοι θα τα ανταμείψουν με υψηλότερη «κατανάλωση».

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ελληνικά Μέσα ενημέρωσης: το παράδοξο σπιράλ αξιοπιστίας

  1. Παράθεμα: Ελληνικά Μέσα ενημέρωσης: το παράδοξο σπιράλ αξιοπιστίας – New Media Journalism

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.