Ο αντίκτυπος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στις αίθουσες σύνταξης στην Ελλάδα

Του Παναγιώτη Σιάνη

Το δημοσιογραφικό επάγγελμα κατά την ιστορική του πορεία προσαρμόζεται κι αναπροσαρμόζεται στις τεχνολογικές εξελίξεις των καιρών του. Από την εποχή του Διαφωτισμού ως και τον 19ο αιώνα η δημοσιογραφία ήταν κυρίως μια ατομική υπόθεση του εκδότη. Ο τηλέγραφος και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία μετασχημάτισαν το επάγγελμα, αφού τα τηλεγραφήματα αναμετέδιδαν αδρά τα γεγονότα, ενώ η παρουσίαση αφέθηκε στους δημοσιογράφους που τα παραλάμβαναν. Η αλλαγή αυτή σηματοδότησε και μια στροφή στη δημοσιογραφία, καθώς η ερμηνεία των γεγονότων συχνά υπερβαίνει την απλή καταγραφή, δίνοντας άλλη υπόσταση στο επάγγελμα (Allan, 1999:20).

Η τεχνολογική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη στα μέσα του 19ου αιώνα έφερε μια νέα λειτουργία των ΜΜΕ. Εγκαταλείπεται το μοντέλο του «φωτισμένου μοναχικού εκδότη» και οι εφημερίδες μετεξελίσσονται σε ειδησεογραφικούς οργανισμούς. Οι συντακτικές πρακτικές, η επιλογή, η επιμέλεια, η προβολή του περιεχομένου σταδιακά μέσα στον 20ο αιώνα διαμορφώνουν δημοσιογραφικές αξίες, ξεπερνώντας τις φιλολογικές καταβολές του παρελθόντος. «Κάθε εφημερίδα όταν φτάνει στον αναγνώστη είναι αποτέλεσμα μιας σειράς επιλογών για ποια θέματα θα δημοσιευτούν, σε ποια θέση, πόσο χώρο θα καταλαμβάνει το καθένα, τι έμφαση θα δοθεί. Δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια, αλλά υπάρχουν συμβατικοί κανόνες»,υπογραμμίζει οΓουόλτερ Λίπμαν (1922:149).

Ο Τύπος από διαμεσολαβητικός παράγοντας, για την κοινοποίηση και ενίσχυση πολιτικών και κοινωνικών προβληματισμών φορέων και κοινού, εξελίχθηκε ραγδαία από τα μέσα του 19ου αιώνα και εντεύθεν σε διαμορφωτή της κοινής γνώμης κυρίως μέσα από την επιχειρηματική οργάνωση και την απήχησή του στην ανθρώπινη κοινωνία, ισχυροποιώντας και επεκτείνοντας παράλληλα τον ρόλο και τη δράση των δημοσιογράφων (Habermas, 1991:206-210).

Το επικοινωνιακό τοπίο, στην ώριμη φάση των νεωτερικών κοινωνιών του 20ου αιώνα, εκτός από την έντονη παρουσία  των εντύπων, σηματοδοτείται από την ανάπτυξη της φωτογραφίας, του ραδιοφώνου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης και καθορίζεται από το επεκτατικό μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης, της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης  (Πλειός, 2011: 44-45 & 121). Τα νέα μέσα απαιτούν νέες προσεγγίσεις από τους δημοσιογράφους, καθώς στα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ από την αρχική τους φάση η ενημέρωση συνδυάζεται με την ψυχαγωγία του μαζικού κοινού. Μια νέα δημοσιογραφική «γλώσσα» εξελίσσεται.

Όσο συγκροτούνται τα ΜΜΕ σε μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις επεκτείνεται η εξειδίκευση  στο δημοσιογραφικό επάγγελμα.Στην ψηφιακή εποχή, μια εποχή με εντελώς ανοιχτό περιβάλλον κυκλοφορίας ειδήσεων και πληροφοριών η δύναμη του επαγγελματία δημοσιογράφου πάνω στο περιεχόμενο ενδεχομένως να έχει περιοριστεί και να έχει αυξηθεί η δράση των πολιτών, αλλά οι φωνές τους δεν είναι ίσες. Οι δημοσιογράφοι  έχουν ως  αποστολή τον συστηματικό έλεγχο και την αποκάλυψη της δράσης των ισχυρών θεσμικών δυνάμεων της κοινωνίας.

Το κρίσιμο ζήτημα του 21ου αιώνα είναι αν η δημοσιογραφία μπορεί να επιβιώσει παρέχοντας ανεξάρτητες και αξιόπιστες πληροφορίες ή θα παραδώσει τη θέση της σε ένα σύστημα αυτοαναφορικής προπαγάνδας, από πολίτες που διακινούν ανεπεξέργαστες πληροφορίες σε «φίλτρα διήθησης» (filter bubbles) των  Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, όπου επικρατεί όποιος φωνάζει πιο δυνατά. Η απάντηση δεν εξαρτάται μόνο από τη διαθεσιμότητα αξιόπιστων ειδήσεων, αλλά και αν οι πολίτες δύνανται να διαχωρίζουν τις αξιόπιστες ειδήσεις και γνωρίζουν τι απαιτούν από τις ειδήσεις και από αυτούς που τις παράγουν. (Kovats – Rosentiel, 2014: 16).

Το παρόν κείμενο καταγράφει τα αποτελέσματα της έρευνάς μας που είχε στόχο να ανιχνεύσει τον αντίκτυπο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο δημοσιογραφικό επάγγελμα.

Η μελέτη

Επιχειρώντας να διερευνήσουμε την επίδραση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ) στον τρόπο εργασίας των Ελλήνων δημοσιογράφων απευθυνθήκαμε σε 16 δημοσιογράφους – διευθυντικά στελέχη σε πανελλήνιας εμβέλειας Μέσα Ενημέρωσης και δημοσιογράφους με εμπειρία και δράση στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Μέσα από ποιοτικές συνεντεύξεις βάθους με ημιδομημένες ερωτήσεις καταγράψαμε τις απόψεις επαγγελματιών δημοσιογράφων μελών της ΕΣΗΕΑ από εφημερίδες, τηλεοπτικούς, ραδιοφωνικούς σταθμούς και ιστοσελίδες μεγάλης απήχησης, οι οποίοι διευθύνουν ΜΜΕ που απασχολούν, κατά δήλωσή τους, περισσότερους από 700 επαγγελματίες δημοσιογράφους. Οι δημοσιογράφοι που συμμετείχαν στην έρευνα έχουν εμπειρία και γνώση από την κατάσταση που υπάρχει στην παρούσα φάση σε περισσότερο από 20 ΜΜΕ με πανελλήνια απήχηση, καθώς πολλοί από αυτούς εργάζονται σε ειδησεογραφικούς ομίλους με περισσότερα από ένα Μέσο Ενημέρωσης. Η ποιοτική έρευνα κινήθηκε σε δύο κατευθύνσεις. Στο συγκεκριμένο άρθρο προσεγγίζονται οι επιδράσεις που είχε η εκρηκτική αποδοχή των ΜΚΔ στους ίδιους τους δημοσιογράφους και στον τρόπο που τα προσεγγίζουν.

Οι νέες ειδικότητες στη δημοσιογραφία

Η ψηφιακή αγορά δημιούργησε νέα επαγγελματικά πεδία με ιδιαίτερες απαιτήσεις και νέους προσανατολισμούς για τους δημοσιογράφους. Οι νέες πολυμεσικές συνθήκες δημιουργίας προβολής και παρουσίασης του δημοσιογραφικού περιεχομένου προϋποθέτουν νέες θέσεις εργασίας μεταβάλλοντας σταδιακά τις αίθουσες σύνταξης των ΜΜΕ και θέτουν ζήτημα αναπροσαρμογής της αντίληψης μας για τη δημοσιογραφία. Αυτή η διαδικασία μετασχηματισμού εξαρτάται φυσικά από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της ιδιαίτερης φύσης και της έκτασης της αναδιοργάνωσης των επαγγελματικών ρόλων.

Οι τεχνολογίες του διαδικτύου φέρνουν νέες εξειδικεύσεις: mobile journalism, digital story teller, οπτική δημοσιογραφία, social media editor αλλά και moderator αποτελούν νέες εκφάνσεις του δημοσιογραφικού επαγγέλματος (Poulet, 2009: 231). Αν για παράδειγμα το κύριο καθήκον ενός δημοσιογράφου δεν είναι η σύνταξη ειδήσεων αλλά ο συντονισμός της δημόσιας συζήτησης μεταξύ των χρηστών (ή και άλλων δημοσιογράφων και εκπροσώπων δημόσιων φορέων), η διαδικασία αυτή σηματοδοτεί μια βαθιά αλλαγή στον προσανατολισμό δημοσιογράφων στις αίθουσες σύνταξης, οι οποίοι ήταν αφοσιωμένοι μονομερώς στην παραγωγή και τη διανομή ειδήσεων.

Παραδοσιακοί δημοσιογράφοι, διεθνώς, τείνουν να υποβαθμίζουν τις νέες αυτές ειδικότητες, σχολιάζοντας ότι απαιτούν μάλλον τεχνικές δεξιότητες παρά τις κλασικές δημοσιογραφικές ιδιότητες. Ασφαλώς, η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη το πλήθος νέων ειδικοτήτων που δημιουργήθηκαν τόσο στα ραδιοτηλεοπτικά όσο και στα έντυπα μέσα διαμέσου λόγω της τεχνολογικής προόδου τον προηγούμενο αιώνα, όπως η επιμέλεια κειμένων, εικόνας, η παραγωγή και η προετοιμασία τηλεοπτικού δημοσιογραφικού περιεχομένου (Kramp – Loosen, 2017).

Η ανάπτυξη της τεχνολογίας των κινητών τηλεφώνων με υπολογιστικές δυνατότητες ανέπτυξε τη δημοσιογραφία μέσω αυτών, αφού οι δημοσιογράφοι, από όποιο σημείο της γης υπάρχει τηλεφωνικό δίκτυο, μπορούν  να στείλουν στα ΜΜΕ τους κείμενα, ήχο και εικόνα από τον τόπο εξέλιξης ενός γεγονότος. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα βιβλία και άρθρα δημοσιεύονται για την καθοδήγηση των δημοσιογράφων στη δημοσιογραφία μέσω κινητών τηλεφώνων.

Ο Adornato (2017:165) στο εγχειρίδιο του για την «δημοσιογραφία εν κινήσει»  επισημαίνει ότι οι δεξιότητες δημοσιογράφων στο χειρισμό και την ανάδειξη θεμάτων από τα ΜΚΔ, όσο και την παραγωγή δημοσιογραφικού περιεχομένου μέσω Κινητού, είναι εξαιρετικά δημοφιλείς στις αίθουσες σύνταξης των ΜΜΕ στις ΗΠΑ. Η ζήτηση δημοσιογράφων με αυτές τις δεξιότητες, επισημαίνει ο ίδιος,  αναμένεται να αυξηθεί δραματικά στο άμεσο μέλλον. Επικαλούμενος έρευνα του Tow-Knight Center for Entrepreneurial Journalism του 2016 ο Adornato υπογραμμίζει ότι τις μεγαλύτερες πιθανότητες πρόσληψης έχουν δημοσιογράφοι που συνδυάζουν τρεις από τις παρακάτω δεξιότητες:

  • διανομή περιεχομένου προσαρμοσμένου στα ΜΚΔ (social media distribution)
  • οπτική αφήγηση (visual storytelling)
  • εμπειρία στη διαχείριση των επαφών με τους χρήστες και δυνατότητες σύσφιξης των σχέσεων τους με το ΜΜΕ και αξιοποίησης της διάδρασης τους (user experience and social/ engagement reporting)
  • γνώσεις για την ανάπτυξη του κοινού και αξιοποίησης δεδομένων και στατιστικών μετρήσεων (audience development/user data and metrics)
  • γνώσεις ανάπτυξης κώδικα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή (computer coding and development).

Όλες αυτές οι δεξιότητες αποτελούν ουσιαστικά και νέες ειδικότητες που αναπτύσσονται με γοργούς ρυθμούς στις αίθουσες σύνταξης. Ο Adornato σημειώνει ότι η ικανότητα στο γράψιμο, η εμμονή στην επαλήθευση των γεγονότων, η κριτική σκέψη είναι στοιχεία που θα θεωρούνται πάντα απαραίτητα για τους δημοσιογράφους, αλλά ο συνδυασμός με ψηφιακές δεξιότητες δίνουν περισσότερες πιθανότητες απασχόλησης. Υπογραμμίζει ακόμη ότι στις ΗΠΑ πολλά ιδρύματα για τα ΜΜΕ σε συνεργασία με πανεπιστήμια διοργανώνουν σεμινάρια επανεκπαίδευσης των δημοσιογράφων (Adornato, 2017:165-170).

Όσο οι άνθρωποι εξοικειώνονται με την κάμερα τους κινητού τους τόσο οι αίθουσες σύνταξης προτιμούν τη «δημοσιογραφία εν κινήσει», καθώς  έρευνα του Ινστιτούτου Reuters το 2017, κατέδειξε ότι οι άνθρωποι αισθάνονται πιο οικεία και χαλαρά να μιλήσουν σε ένα δημοσιογράφο που τους προσεγγίζει με ένα έξυπνο κινητό τηλέφωνο, παρά με ένα τηλεοπτικό συνεργείο. Η «δημοσιογραφία εν κινήσει» δίνει τη δυνατότητα παραγωγής περιεχομένου και ταχύτατης μετάδοσης στο πεδίο των γεγονότων και μέσα από τα ΜΚΔ να ξεπεραστεί η παραδοσιακή σχέση μέσων ενημέρωσης και δημοσιογράφου, ειδικά στα πολύ μεγάλα και έκτακτα γεγονότα. Παράλληλα οι εξαρτώμενοι από ΜΜΕ δημοσιογράφοι έχουν τη δυνατότητα να ανανεώνουν το περιεχόμενο που αποστέλλουν στην αίθουσα σύνταξης σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Στη « δημοσιογραφία εν κινήσει» που προσαρμόζεται στην τάση της εποχής για διάχυση δημοσιογραφικού περιεχομένου στα ΜΚΔ, χωρίς την ιεράρχηση και τους αξιακούς κανόνες των παραδοσιακών ΜΜΕ, συγκλίνει και η τάση των νεότερων γενιών να καταναλώνουν περιεχόμενο ανεξάρτητα από την ποιότητα του ήχου και της εικόνας. Η επιτυχία του YouTube με τα εκατομμύρια ερασιτεχνικά κανάλια χρηστών που έχουν επίσης εκατομμύρια θεατές ώθησε τους τεχνολογικούς κολοσσούς να επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια στην έρευνα και ανάπτυξη τεχνολογιών streaming (Lovely, 2019).

Οι «μονοδιάστατες» αίθουσες σύνταξης

Ένα νέο πρόβλημα που αναφύεται από την ανάπτυξη των ψηφιακών (ή δυνητικών)  αιθουσών σύνταξης, είναι η ετεροβαρής αναζήτηση δημοσιογραφικού περιεχομένου μέσα από το διαδίκτυο και τα ΜΚΔ. Η αλλαγή του τρόπου αναζήτησης και ανάδειξης των ειδήσεων πλήττει τη μεσαία τάξη των δημοσιογράφων, που παρακολουθούν για χρόνια έναν συγκεκριμένο χώρο (π.χ., Παιδεία, Υγεία, Δικαιοσύνη), έχοντας γνώση του αντικειμένου και ελεγκτικές – ερευνητικές ικανότητες, καθώς και πρόσβαση σε πηγές. Το διαδίκτυο με τις ταχύτητες και τη ροή του δημιούργησε συνθήκες παραγωγής ειδήσεων χωρίς το φίλτρο, την υπογραφή ή το ταλέντο διαπιστευμένων συντακτών, οι οποίοι στα παραδοσιακά ΜΜΕ αποτελούν τη ραχοκοκαλιά τους. Οι εξιδεικευμένοι συντάκτες στη διαδικτυακή δημοσιογραφία αποτελούν είδος περιφρονημένο και προς εξαφάνιση, σύμφωνα με τον Poulet (2009: 81): «Προτιμούν τους συντάκτες γενικών καθηκόντων που τους στέλνουν ταυτόχρονα σε πολλά ρεπορτάζ, δεν μπορούν να εμβαθύνουν, να αποκτήσουν ισότιμους συνομιλητές με εξειδικευμένες γνώσεις σε κάθε τομέα και δεν μπορούν να αμφισβητήσουν εύκολα επιλογές του ανωτέρου τους». Επισημαίνει ακόμη (2009: 232) όπως « η παγκοσμιοποίηση προκαλεί την ευθανασία των μεσαίων τάξεων», έτσι και ο παγκόσμιος ιστός υπονομεύει τη «μεσαία τάξη» στους κόλπους του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Κάνει συγκεκριμένα λόγο για νέους εξειδικευμένους εργάτες της ενημέρωσης με επισφαλές καθεστώς εργασίας και άθλιους μισθούς. Η εικόνα, με βάση και τις κατά καιρούς καταγγελίες στα συνδικαλιστικά σωματεία των δημοσιογράφων, δεν διαφέρει και στην Ελλάδα, όπου η οικονομική κρίση προκάλεσε την κατάρρευση όχι μόνο πολλών ΜΜΕ, αλλά και των αμοιβών στον κλάδο.

Η παρουσία Social Media Editor στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης

Από τους 13 διευθυντές ΜΜΕ που μετείχαν στην έρευνα μόνο 2 δήλωσαν ότι απασχολούν Social Media Editor με εισηγητικό ρόλο για αξιοποίηση αναρτήσεων, ενώ τον ρόλο του στα περισσότερα μέσα μοιράζεται η βάρδια στην αίθουσα σύνταξης. Όσον αφορά στον εντοπισμό αναρτήσεων χρηστών στα ΜΚΔ στη συντριπτική πλειοψηφία των Μέσων που μετείχαν στην έρευνα ισχύει η διασπορά της ευθύνης σε όλους τους δημοσιογράφους.  Ωστόσο πέντε διευθυντές ΜΜΕ δήλωσαν ότι έχει ανατεθεί σε συγκεκριμένους δημοσιογράφους η επιμέλεια ανάρτησης περιεχομένου στα ΜΚΔ. Ο διαμοιρασμός θεμάτων στα ΜΚΔ γίνεται στα περισσότερα ΜΜΕ (κυρίως τα ψηφιακά) με αυτοματοποιημένους μηχανισμούς αμέσως μετά την ανάρτηση στην ιστοσελίδα ή σε τακτά χρονικά διαστήματα. Διαμοιρασμό κάνουν τόσο οι βάρδιες στις αίθουσες σύνταξης, αλλά και τα γραφεία τύπου και δημοσίων σχέσεων που προωθούν υλικό για διαφημιστικούς λόγους.

Η διεθνής εξέλιξη εμφανίζεται διαφορετική. Διευθυντικά στελέχη γερμανικών ΜΜΕ ψηφιακών εκδόσεων και έντυπων ΜΜΕ ή αυτόνομων ιστοσελίδων, τόνισαν σε σχετική έρευνα ότι τα ΜΚΔ αποτελούν κεντρικό στοιχείο στόχευσης της δράσης τους προκειμένου να αντλήσουν νέους αναγνώστες, κυρίως μεταξύ των νέων κάτω των 30 ετών. Σύμφωνα με τους αναλυτές της έρευνας, κάθε δημοσιογράφος θα πρέπει, παράλληλα με τα άλλα καθήκοντά του στην αίθουσα σύνταξης, να ενεργήσει ως συντονιστής, επιμελητής, κοινοτικός διαχειριστής και blogger / σχολιαστής.

 Επίσης παρατηρήθηκε ότι όλα τα ΜΜΕ που εξελίχθηκαν μετά το Web 2.0 έχουν προσλάβει πολύ νέους δημοσιογράφους προκειμένου να απευθυνθούν στο νεανικό κοινό. Για παράδειγμα η Orange, ψηφιακή θυγατρική έκδοση της οικονομικής εφημερίδας Handelsblatt, προσέλαβε 22χρονους αναζητώντας διαύλους επικοινωνίας με το κοινό των εφήβων 16 -20 ετών. Παρότι όλοι στην έρευνα συμφωνούν πως οι κλασικές δημοσιογραφικές ικανότητες και αξίες παραμένουν επίκαιρες όσο ποτέ, η δεξιότητα στην παραγωγή περιεχομένου για τα ΜΚΔ, η γνώση και η ταχύτητα πλοήγησης στο διαδίκτυο και η προθυμία και επιδεξιότητα στον πειραματισμό και την αφομοίωση αναδυόμενων τεχνολογιών θεωρούνται ιδιότητες εξίσου σημαντικές στις μεγάλες δημοσιογραφικές αγορές (Kramp – Loosen, 2017).

Έρευνα του American Press Institute (API) από 59 ειδησεογραφικές αίθουσες των ΗΠΑ, επισημαίνει η Jane (2017), δείχνει ότι η δημοσίευση συνδέσμων στο δικό τους περιεχόμενο, κυρίως στο Twitter και στο Facebook, εξακολουθεί να είναι μακράν η κορυφαία δραστηριότητα των Social Media Editors των συντακτών, δηλαδή των δημοσιογράφων που ασχολούνται αποκλειστικά με τους λογαριασμούς των Μέσων τους στα ΜΚΔ.

Η μελέτη των στοιχείων έδειξε ότι σπάνια οι αίθουσες ασχολήθηκαν με κρούσματα παραπληροφόρησης από το δικό τους περιεχόμενο ή με το σχολιασμό, ενώ δεν έδειξαν σημεία ενός μακροπρόθεσμου σχεδιασμού για εμβάθυνση της σχέση τους με τους χρήστες τους. Το API παρουσιάζοντας την έκθεση ανέφερε ότι αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, μέσα από ένα πρόγραμμα υποτροφιών, προκειμένου να καταπολεμηθεί το φαινόμενο της παραπληροφόρησης στα ΜΚΔ με έλεγχο του περιεχομένου από δημοσιογράφους και  τη συμμετοχή του κοινού. Στόχος του προγράμματος να αυξηθεί η εμπιστοσύνη στο δημοσιογραφικό επάγγελμα και να πειστούν οι αίθουσες σύνταξης στην ανάγκη λογοδοσίας για το δημοσιογραφικό περιεχόμενο που παρουσιάζουν.

Η κατεύθυνση που κατά την άποψη των ερευνητών του API πρέπει να δοθεί στους Social Media Editors είναι μεγαλύτερες αρμοδιότητες στην εύρεση και καταπολέμηση της παραπληροφόρησης και αποκάλυψης ψεύτικων ειδήσεων, ώστε να τονώσουν την εμπιστοσύνη και την αξιοπιστία του δημοσιογραφικού περιεχομένου των ιστοσελίδων, την ώθηση στους δημοσιογράφους των αιθουσών σύνταξης να λαμβάνουν υπόψη τους παρατηρήσεις και παρεμβάσεις των χρηστών απέναντι στην ειδησεογραφία που δημοσιεύουν και βέβαια να συνεχίζουν να προτείνουν ιδέες και θέματα που αναδεικνύονται στα ΜΚΔ και χρήζουν περαιτέρω, ελέγχου, έρευνας και εμβάθυνσης τονίζει η Jane (2017).

Η ενασχόληση των Δημοσιογράφων με τα ΜΚΔ

Οι δημοσιογράφοι χρησιμοποιούν συστηματικά τα ΜΚΔ για να προβάλλουν το δημοσιογραφικό τους περιεχόμενο, να διευρύνουν προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις, να συνδιαλέγονται με τους χρήστες. Η δημοσιογραφική  λειτουργία τους πάντως δεν φαίνεται να έχει διαφοροποιηθεί από την παραδοσιακή προσέγγιση. Χειρίζονται τα ΜΚΔ ως εργαλεία άντλησης πληροφοριών και όχι τόσο ως εργαλεία επαλήθευσης. Για την επαλήθευση πληροφοριών οι έρευνες δείχνουν ότι απευθύνονται στις παραδοσιακές τους πηγές. Οι δημοσιογράφοι όμως με τη δράση τους στα ΜΚΔ καθίστανται προσιτοί και διαφανείς για τον τρόπο λειτουργίας τους και τις αποφάσεις τους. Το κοινό μέσα από τα σχόλια του συμβάλλει με πιο καθοριστικό τρόπο αν όχι στην εξέλιξή τουλάχιστον στην απήχηση των δημοσιευμάτων που αναρτούν. (Bardoel και Deuze -2001:101)

Σε έρευνα στα ιαπωνικά ΜΜΕ στην αρχική περίοδο της κυριαρχίας των ΜΚΔ διαπιστώθηκε ότι οι δημοσιογράφοι τα χρησιμοποιούν προκειμένου να δοκιμάσουν τη δημοτικότητα και την αποδοχή του δημοσιογραφικού περιεχομένου τους και συχνά να το προσαρμόσουν, ανάλογα με την υποδοχή του διαδικτυακού κοινού. « Οι αναρτήσεις τους λειτουργούν ως ραντάρ των γεγονότων, ως στοιχεία έγκυρης ειδοποίησης σε μεγάλα γεγονότα αλλά και ροής πληροφοριών μέχρι οι δημοσιογράφοι να φτάσουν στο πεδίο των εξελίξεων », επισημαίνουν οι  Sakaki – Okazaki κ.ά.  (2010: 851- 860)

Στη Βρετανία, σημειώνει η Canter (2013:27-28),  έρευνες πιστοποίησαν τη θεωρία, ότι τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι δεν κινούνται με τον ίδιο και ενιαίο τρόπο στα ΜΚΔ. Τα ΜΜΕ μέσα από αυτοματοποιημένες διαδικασίες με συνδέσμους που παραπέμπουν στην ιστοσελίδα τους δημοσιοποιούν το ειδησεογραφικό περιεχόμενό τους χωρίς κριτική ιεράρχηση. Αντίθετα οι δημοσιογράφοι είναι πιο επιλεκτικοί και συχνά σχολιάζουν το δημοσιογραφικό περιεχόμενο που αναρτούν, χωρίς να είναι πάντα αντικείμενο δικής τους επεξεργασίας ή του ΜΜΕ με το οποίο συνεργάζονται. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούν με τα χρόνια τη δική τους προσωπική παρουσία στα ΜΚΔ.

Μια βασική λειτουργία της δράσης  των δημοσιογράφων στα ΜΚΔ αναφέρει ο Hermida (2010: 297-308)  είναι να βοηθούν το κοινό στη κατανόηση γεγονότων δεδομένου του ασύγχρονου τρόπου κυκλοφορίας των ειδήσεων εκεί. Οι δημοσιογράφοι αντί να μεταφέρουν απλώς τα νέα, που κυκλοφορούν συχνά ερήμην τους από τα αυτοματοποιημένα συστήματα των ΜΜΕ, με τις αναρτήσεις τους εμβαθύνουν ή τοποθετούνται. Αυτό διευρύνει τον ρόλο του δημοσιογράφου και δικαιώνει τον ορισμό των  Bardoel – Deuze (2001:101) : «Πρόκειται για ένα επαγγελματία που χρησιμεύει ως κόμβος σε ένα περίπλοκο περιβάλλον μεταξύ τεχνολογίας και κοινωνίας, μεταξύ ειδήσεων και αναλύσεων, μεταξύ σχολιασμού και επιλογής, μεταξύ προσανατολισμού και έρευνας.»

Μελετητές, όπως οι Burgess – Bruns (2012) έχουν, ωστόσο, θέσει ζητήματα σχετικά με την χρήση των ΜΚΔ από τους επαγγελματίες δημοσιογράφους και κυρίως αν ωφελούνται με την ανάμιξή τους σε ένα συνονθύλευμα απόψεων που ενδεχομένως έχει επιπτώσεις στην προσωπική και επαγγελματική τους υπόσταση. Αν δηλαδή η συμμετοχή τους ανάμεσα σε ειρωνικά σχόλια, παιγνιώδεις αναφορές, έντονο τρολάρισμα, υπονόμευση της άλλης άποψης, συνήθεις συμπεριφορές σε ΜΚΔ, όπως το Twitter, τους εκθέτει και θα πρέπει να αρκεστούν σε μια στάση χρήσης των πλατφορμών αυτών για την προβολή επαγγελματικού περιεχομένου διατηρώντας τις παραδοσιακές αποστάσεις ασφαλείας. Οι απόψεις έχουν διχάσει τους ειδικούς και οι σχετικές αναφορές διαρκώς εμπλουτίζονται.

Από έρευνα, αναφέρει η Canter (2013), προέκυψε ότι πολλοί Βρετανοί δημοσιογράφοι αποφάσισαν να καταλύσουν τα όρια μεταξύ της επαγγελματικής και της προσωπικής παρουσίας τους στους ίδιους προσωπικούς λογαριασμούς στα ΜΚΔ συνομιλώντας σε άτυπο και όχι επαγγελματικό τόνο, προβάλλοντας στοιχεία από την προσωπική τους ζωή, ενώ καλλιέργησαν μια αμφίδρομη επικοινωνία με τους χρήστες, στάση που τηρούν και οι Έλληνες δημοσιογράφοι.

Η ίδια η φύση των ΜΚΔ προσδίδει άλλη δυναμική, αφού το κοινό μπορεί να επικοινωνήσει άμεσα και αδιαμεσολάβητα με τους δημοσιογράφους, να αλληλοεπιδράσουν και να μοιραστούν πληροφορίες και σχόλια, ακόμη και να συνεργαστούν περιστασιακά προς όφελος της ενημέρωσης. (Canter,2013:28-29)

Οι Kovach – Rosentiel (2014:16) σχολιάζοντας τον θόρυβο γύρω από την ουδετερότητα των δημοσιογράφων επισημαίνουν ότι πρόκειται για σύγχυση που προέκυψε από τις θεωρίες γύρω από την αντικειμενικότητα, έννοια που χρησιμοποιήθηκε από την κοινωνική επιστήμη. Οι ίδιοι σημειώνουν ότι η έννοια αντικειμενικότητα δεν αφορούσε στους δημοσιογράφους ως υποκείμενα, αφού είναι αποδεδειγμένο ότι όλοι οι άνθρωποι είναι προκατειλημμένοι, αλλά στην μέθοδο προσέγγισης των γεγονότων. Όπως η επιστήμη έτσι και η δημοσιογραφία οφείλει να υπερασπίζεται την αυστηρή και διαφανή παράθεση των γεγονότων τονίζουν οι Kovach – Rosentiel και συμπληρώνουν: «Στη ψηφιακή εποχή όπου οι ειδήσεις προέρχονται από τόσες πηγές, το κρίσιμο και ζωτικής σημασίας ζήτημα είναι η αντικειμενική εξέτασή τους και όχι η προσωπική αντικειμενικότητα του δημοσιογράφου».

Τα μέσα ενημέρωσης και οι προσωπικοί λογαριασμοί των δημοσιογράφων

Στην έρευνά μας με τους διευθυντές μέσων ενημέρωσης συζητήθηκε αναλυτικά το ζήτημα της παρουσίας των δημοσιογράφων στα ΜΚΔ.  Διερευνήθηκε  το ζήτημα των πιέσεων για συστηματική προβολή ή παρουσίαση θεμάτων από τα ΜΜΕ που εργάζονται στους προσωπικούς τους λογαριασμούς. Ένα σοβαρό ζήτημα που έχει προκύψει είναι οι διαφοροποιήσεις σε προσωπικούς λογαριασμούς από τη γραμμή των ΜΜΕ. Εκπρόσωπος της  ΕΣΗΕΑ (Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αττικής), που συμμετείχε στην έρευνα, κατέθεσε την εμπειρία του, σημειώνοντας ότι η μεγαλύτερη συνδικαλιστική οργάνωση δημοσιογράφων στη χώρα  έχει δεχτεί πολλές καταγγελίες για εργοδοτικές πιέσεις προκειμένου να μην διατυπώνουν οι συντάκτες διαφορετικές απόψεις από αυτές του Μέσου που εργάζονται. Δύο διευθυντές έθεσαν θέμα ηθικού ασυμβίβαστου στην επίκριση περιεχομένου του ΜΜΕ που απασχολείται σε προσωπικό λογαριασμό δημοσιογράφου. Και οι 13 διευθυντές  τόνισαν ότι δεν πιέζουν τους δημοσιογράφους να αναρτούν περιεχόμενο των ΜΜΕ, αλλά έκριναν ως ευπρόσδεκτη την προώθηση περιεχομένου στους προσωπικούς τους λογαριασμούς.

Όλοι τους είπαν ότι δεν υφίσταται στα μέσα που εργάζονται ή διευθύνουν εσωτερικός κανονισμός που δεσμεύει για τη λειτουργία των δημοσιογράφων στους προσωπικούς λογαριασμούς τους, ούτε ελέγχονται. Τέθηκε, ωστόσο, από διευθυντή ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων στη δημοσιοποίηση πληροφορίας πρώτα στον προσωπικό λογαριασμό του δημοσιογράφου στα ΜΚΔ και μετά στο ΜΜΕ που εργάζεται, ενώ διευθυντής τηλεοπτικού σταθμού τόνισε ότι έχει συστήσει στους πολιτικούς συντάκτες να μην εκφράζουν τις κομματικές τους προτιμήσεις στους προσωπικούς τους λογαριασμούς. Η πλειοψηφία των διευθυντών συμφώνησε ότι  δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές ακροδεξιές – φασιστικές, ρατσιστικές και ομοφοβικές απόψεις δημοσιογράφων στους προσωπικούς τους λογαριασμούς.

Οι συμμετέχοντες στην έρευνα συμφώνησαν τέλος ότι τα ΜΚΔ μπορούν να λειτουργήσουν ως ιμάντας διαφήμισης της εργασίας των δημοσιογράφων και είναι προς το συμφέρον τους να την δημοσιοποιούν.

Η προβολή των δημοσιογράφων από τα ΜΚΔ

Ολοένα και περισσότερες έρευνες παγκοσμίως αποδεικνύουν ότι τα ΜΚΔ αποτελούν βασικό τμήμα του επαγγελματικού οπλοστασίου των σύγχρονων δημοσιογράφων. Η τάση των δημοσιογράφων είναι να χτίζουν επίμονα και συστηματικά το προσωπικό τους προφίλ (brand name) στη ψηφιακή κοινότητα, ταυτόχρονα με την προσπάθεια διασφάλισης της επαγγελματικής του επιβίωσης (Hanusch – Bruns, 2017).

Η παρουσία ενός δημοσιογράφου στα ΜΚΔ εξασφαλίζει την επιβίωσή του, αντλεί δύναμη από τους χρήστες που παρακολουθούν τη δράση του και έχουν δημιουργήσει σχέσεις ή πρόκειται για μια συμπληρωματική διαδικασία, που απλά βοηθά το δημοσιογράφο στην προβολή της εργασίας του;

Το ερώτημα αυτό τέθηκε στους δημοσιογράφους που μετέχουν στην έρευνα και μάλιστα ζητήθηκε να εκτιμήσουν πως αυτή η σχέση θα εξελίσσεται στον χρόνο. Η επιβίωση και η προοπτική των δημοσιογράφων δεν εξαρτάται από την εντατική παρουσία τους στα ΜΚΔ έκριναν οι συμμετέχοντες στην έρευνα. Επεσήμαναν ακόμη ότι δυνατοί προσωπικοί λογαριασμοί, με πολλούς ακολούθους και συνεχή τροφοδότηση ενδεχομένως να συμβάλλουν στην επαγγελματική του επιτυχία ενισχύοντας το προφίλ και στην προώθηση της εργασίας των δημοσιογράφων ιδιαίτερα των ρεπόρτερ. Συμπλήρωσαν ωστόσο ότι η  συνεχής ενασχόληση με τους προσωπικούς λογαριασμούς ενδεχομένως τους αποσπά χρόνο από δημιουργική αναζήτηση ειδήσεων.

Η ενασχόληση με τα ΜΚΔ αποσπά τους δημοσιογράφους από τα καθήκοντά τους;

Τα ΜΚΔ έχουν επίδραση στην ποιότητα του δημοσιογραφικού περιεχομένου, με τους Lewis-Molyneux (2018:16) να υπογραμμίζουν ότι είναι προς διερεύνηση τι επαγγελματικές κινήσεις αποφεύγουν εξαιτίας του χρόνου που αναλώνουν στους λογαριασμούς τους τα ΜΚΔ. Η πραγματικότητα αυτή έχει πολλές όψεις και δεν αφορά μόνο στην πίεση των προϊσταμένων για παραγωγικό χρόνο στην διεκπεραίωση της εργασίας τους, αλλά και στη στέρηση πραγματικού χρόνου για επαγγελματικές ασχολίες.

 Οι συμμετέχοντες στην έρευνα δημοσιογράφοι σημείωσαν ότι η ενασχόληση με τα ΜΚΔ είναι θετική ακόμη κι αν δεν έχει δημοσιογραφικό κίνητρο γιατί ανιχνεύει κοινωνικές τάσεις ή ιδέες για θέματα. Τόνισαν ακόμη ότι η χαλάρωση και το brain wash των δημοσιογράφων στις αίθουσες σύνταξης είναι απαραίτητα στοιχεία για τη δημιουργικότητά τους.

Ορισμένοι διευθυντές επεσήμαναν ότι συχνά οι δημοσιογράφοι χάνουν χρόνο επιχειρώντας να απαντήσουν σε κακόβουλα σχόλια ή προσωπικές επιθέσεις στα ΜΚΔ. Διευθυντής ραδιοφώνου επεσήμανε ότι η  εμμονή όλων με το κινητό τους απασχολεί παγκοσμίως όλες τις επιχειρήσεις και δεν μπορούν να εξαιρεθούν οι δημοσιογράφοι, ενώ διευθυντής εφημερίδας συμπλήρωση ότι προφανώς  υπάρχει χαμένος χρόνος  και καθυστέρηση παράδοσης της δημοσιογραφικής ύλης λόγω της ενασχόλησης δημοσιογράφων με τους προσωπικούς τους λογαριασμούς την ώρα της εργασίας τους..

Παράλληλα με την εξάρτησή των δημοσιογράφων με τα ΜΚΔ, μια άλλη εξάρτηση έρχεται να αυξήσει την ανησυχία των ερευνητών, και αφορά στην εθιστική χρήση των smartphone. Οι ειδικοί επιστήμονες επισημαίνουν ότι η συνεχής χρήση του συμβάλλει στη λεγόμενη «σταθερή διασπώμενη προσοχή», η οποία περιορίζει σοβαρά την ικανότητα των ανθρώπων να εστιάζουν και ενδεχομένως μειώνει το IQ.

Μια άλλη παράμετρος στην ενασχόληση των Δημοσιογράφων με τα ΜΚΔ είναι οι συχνές επιθέσεις που δέχονται από εκεί και η προσπάθεια πλήρους υπονόμευσης και ενοχοποίησης της άποψής τους, είτε από οργανωμένες πολιτικές ομάδες, είτε από μεμονωμένους χρήστες.

Στην έρευνά μας μόνο ένας από τους 16 δημοσιογράφους αναφέρθηκε σε στοχοποίηση και επιθετική συμπεριφορά από οργανωμένο πολιτικό φορέα την τελευταία πενταετία, επειδή, όπως πρόσθεσε, προφανώς ενοχλούσαν οι απόψεις του.

Οι διαδικτυακές επιχειρήσεις δημοσιογράφων

Το διαδίκτυο και τα ΜΚΔ έδωσαν νέες δυνατότητες μεμονωμένων δημοσιογράφων, είτε να μετεξελίξουν προσωπικά blogs, είτε να δημιουργήσουν δικές τους διαδικτυακές ειδησεογραφικές επιχειρήσεις και να προσελκύσουν το δικό τους κοινό, σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική. Την τελευταία δεκαετία, η οικονομική κρίση σηματοδοτήθηκε από την κατάρρευση ελληνικών ΜΜΕ και την ανεργία πολλών δημοσιογράφων. Πολλοί στράφηκαν στο διαδίκτυο δημιουργώντας ειδησεογραφικές ιστοσελίδες.

Ρωτήθηκαν οι συμμετέχοντες στην έρευνα δημοσιογράφοι αν εκτιμούν ότι τα ΜΚΔ συμβάλλουν στην επιβίωση τέτοιων προσπαθειών. Στην πλειοψηφία τους έθεσαν με ένταση το θέμα της εκτεταμένης αντιγραφής περιεχομένου από ιστοσελίδες που δεν διαθέτουν δημοσιογραφικό δυναμικό και επιχειρούν να επιβιώσουν λάθρα με έσοδα από τις πλατφόρμες.

Σχολίασαν δε ότι συνεχώς αναφύονται ειδησεογραφικές ιστοσελίδες με υποαμειβόμενους εκπαιδευόμενους δημοσιογράφους και μαύρη εργασία. Η δημοσιογραφία, όπως ανέφεραν, απαιτεί υποδομές και επαγγελματικές προδιαγραφές που δεν διαθέτουν πολλές δημοσιογραφικές-επιχειρηματικές προσπάθειες στο διαδίκτυο.

Σημειώθηκε ακόμη ότι η εκτεταμένη επιχειρηματική δράση των Ελλήνων δημοσιογράφων στο διαδίκτυο έγινε για να ξεπεραστεί και η ανεργία πολλών, μετά την κατάρρευση ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων. Η επιτυχία, όπως τόνισαν διευθυντές ΜΜΕ, ειδησεογραφικών οργανισμών από την επιχειρηματική δράση δημοσιογράφων, αποτελεί έναυσμα και για άλλους και αποδεικνύει ότι δημοσιογράφοι με επιχειρηματικό ένστικτο μπορούν να βοηθηθούν από το διαδίκτυο. Υπογράμμισαν ακόμη ότι τα ΜΚΔ βοηθούν στην προβολή μιας νέας ιστοσελίδας, αλλά μόνο το ειδησεογραφικό περιεχόμενο σε καθιερώνει στην αγορά.

Οι δεξιότητες και η ενοποίηση των αιθουσών σύνταξης

Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι που συμμετείχαν στην έρευνα συμφώνησαν ότι υπάρχει χάσμα μεταξύ των παλαιότερων και των νεότερων γενεών δημοσιογράφων στη χρήση πολυμέσων και ψηφιακών εφαρμογών που συνεχώς εξελίσσονται. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μόνο ένας διευθυντής ραδιοφώνου ενταγμένου σε ειδησεογραφικό όμιλο ανέφερε ότι η ιδιοκτησία φροντίζει για τη συνεχή επιμόρφωση των δημοσιογράφων, ενώ διευθυντής τηλεοπτικού σταθμού απάντησε ότι σχεδιάζεται ένα πρόγραμμα ενημέρωσης-επιμόρφωσης των συντακτών.

Η ομόφωνη αποδοχή της ιδέας επιμόρφωσης δημοσιογράφων που δεν διαθέτουν ψηφιακές και πολυμεσικές δεξιότητες καθώς και η επιτυχία που παρουσιάζουν οι πρωτοβουλίες της ΕΣΗΕΑ για επιμορφωτικά σεμινάρια οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι και οι επιχειρήσεις ΜΜΕ στην Ελλάδα είναι ανάγκη να μπουν στην τροχιά του ψηφιακού μετασχηματισμού όλης της δημοσιογραφικής πυραμίδας.

Η άποψη των δημοσιογράφων είναι ότι η ενοποίηση στη διαχείριση του δημοσιογραφικού περιεχομένου μέσα από ενιαίες αίθουσες σύνταξης, μπορεί να έχει θετική εφαρμογή σε ομίλους με διαφορετικού τύπου ΜΜΕ. Η κίνηση αυτή ενδεχομένως να καταργήσει θέσεις εργασίας, αλλά θα δημιουργήσει νέες θέσεις για επιμέλεια του ίδιου περιεχομένου από μέσο σε μέσο. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα συμπλήρωσαν ότι απαιτείται, μέσα από ένα καλά οργανωμένο σύστημα, να διαφοροποιείται ο τρόπος παρουσίασης των θεμάτων ανά Μέσο, ενώ θεωρείται παγίδα η ενοποίηση σε Ομίλους με πολλές και διαφορετικού προσανατολισμού ιστοσελίδες, οι οποίες απευθύνονται σε διαφορετικό κοινό και έχουν άλλες ανάγκες προώθησης και προβολής του περιεχομένου στα ΜΚΔ.

Συμπέρασμα

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σικάγο Pablo Boczkowski από το 2010 τόνισε πως η κρίση που επέφερε το διαδίκτυο στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, με τη διαφήμιση να συγκεντρώνεται στις μεγάλες πλατφόρμες δημιουργεί εμπόδια για πιο καινοτόμες πρακτικές στη δημοσιογραφία. Όσο η δημοσιογραφία για λόγους οικονομίας «εγκλωβίζεται» σε οθόνες υπολογιστών, αλλά και τάσεις μίμησης και αντιγραφών, στοιχεία τα οποία περιορίζουν το εύρος του δημοσιογραφικού περιεχομένου και οδηγούν σε μείωση της ποικιλομορφίας των δημοσιογραφικών πρακτικών, τόσο θα βαθαίνει η κρίση αξιοπιστίας.

Δέκα χρόνια μετά την εκρηκτική αποδοχή των ΜΚΔ ωρίμασαν οι συνθήκες προκειμένου η δημοσιογραφία στη χώρα μας να αποτιμήσει την πορεία και τις αλλαγές που έχουν συμβεί. Από τα στοιχεία της έρευνας διαπιστώθηκε μια αίσθηση αμηχανίας και στάση αναμονής απέναντι στην μαζική αποδοχή των ΜΚΔ, ως φόρμουλες που εμπεριέχουν και δημοσιογραφικό περιεχόμενο, συχνά με αδόκιμη επεξεργασία ή διαστρεβλωμένο. Οι Έλληνες δημοσιογράφοι εμφανίζονται αρνητικοί στη διάδραση με τους χρήστες, που δίνει μια νέα δυνατότητα σύσφιξης σχέσεων, μέσα από την εξήγηση και ερμηνεία των γεγονότων. Από τις απαντήσεις των διευθυντικών στελεχών που μετείχαν στην έρευνα προέκυψε εμφανώς η καθυστέρηση υιοθέτησης νέων επιτυχημένων πρακτικών και η εισαγωγή ειδικοτήτων που θα συμβάλλουν στην κατανόηση της λειτουργίας των ΜΚΔ και στην καλύτερη διαχείριση της παρουσίασης του δημοσιογραφικού περιεχομένου ή της αξιοποίησης πληροφοριών από αυτά. Η ελληνική δημοσιογραφία μπαίνει σε νέες περιπέτειες λόγω της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης από την πανδημία του νέου κορωνοϊού, αλλά οφείλει να αναζητήσει τρόπους εξόδου από την εσωστρεφή αντιμετώπιση της εξέλιξης του επαγγέλματος και να  εξετάσει τις διεθνείς τάσεις στη ψηφιακή αγορά δημοσιογραφικού περιεχομένου σε μια προσπάθεια αναβάθμισης της σχέσης εμπιστοσύνης με το κοινό προτάσσοντας δημοσιογραφικά αντανακλαστικά.

Η νέα κρίση ενδεχομένως να αποτελεί  ευκαιρία για τη δημοσιογραφία στη χώρα μας να αφουγκραστεί τις ανησυχίες των πολιτών για το περιεχόμενο που προσφέρει, ωθώντας τις επιχειρήσεις  τύπου να συμβάλλουν την οικοδόμηση μιας νέας σχέσης με τους ψηφιακούς χρήστες.

Βιβλιογραφία

  • Adornato, Ad., (2017). Mobile and social media journalism: a practical guide, Los Angeles – USA:  Sage.
  • Allan, St., (1999). The Culture of News, Buckingham: Open University Press.
  • Habermas, J., (1991). Πολιτική λειτουργία της δημοσιότητας. Στο Λιβιέρτος Κ., Φραγκούλης, Τ., (Επιμ.). Το Μήνυμα του Μέσου. Η έκρηξη της μαζικής επικοινωνίας, μτφ. Λυκιαρδοπούλου, Α., Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
  • Kovach, B., Rosentiel, T. (2014). The elements of journalism, N.Y., USA: Three River Press.
  • Λίπμαν, Γ., (1991). Η φύση των ειδήσεων. Στο Λιβιέρτος, Κ., Τ. Φραγκούλης, Τ.,  (Επιμ). Το Μήνυμα του Μέσου. Η έκρηξη της μαζικής επικοινωνίας, μτφ. Λυκιαρδοπούλου Α., Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
  • Πλειός, Γ., (2011), Η Κοινωνία της Ενημέρωσης. Ειδήσεις και Νεωτερικότητα, Αθήνα: Καστανιώτης.
  • Poulet, B, (2009). Το τέλος των εφημερίδων και το μέλλον της ενημέρωσης, μτφ. Αγγελόπουλος, Γ., Αθήνα: Πόλις.
  • Sakaki, T., Okazaki, M., Matsuo, Y., (2010). Earthquake shakes Twitter users: Real-time event detection by social sensors, Proceedings of the 19th international conference on World WideWeb, ACM, New York.