Η Ιδιωτικότητα στην εποχή του Facebook

Της Σάντρας Σαρμπέζη

Η ιδιωτικότητα συνιστά μια πολυδιάστατη έννοια που διατρέχει θεμελιώδεις θεωρίες συνδεδεμένες με την ελευθερία του ατόμου και χαίρει ιδιαίτερης προστασίας ως νομικό αγαθό με πάνω από 100 χώρες παγκοσμίως να έχουν θεσπίσει κάποιου είδους προστασία της. Η ασάφεια ωστόσο του ορισμού της είναι αυτή που την καθιστά μια περίπλοκη έννοια και ένα μονίμως ανοιχτό πεδίο έρευνας. Από το δικαίωμα του ατόμου να μένει και μόνο («the right to be let alone»)[1] μέχρι την πληροφοριακή αυτοδιάθεση[2], η ιδιωτικότητα επιδέχεται πολλές και διαφορετικές πτυχές και προσεγγίσεις αλλά κανέναν απόλυτο ορισμό.

Η ασάφεια αυτή δείχνει να εντείνεται στο νέο καθεστώς της παγκόσμιας συνδεσιμότητας όπως διαμορφώνεται με το διαδίκτυο. Το Web 2.0 και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν δημιουργήσει μια ψηφιακή κοινωνία, όπου οι χρήστες δημιουργούν το δικό τους «προφίλ», το οποίο εξ ορισμού περιέχει τα προσωπικά τους δεδομένα και όπου οι ίδιοι δημοσιεύουν από μόνοι τους προσωπικές πληροφορίες, διαθέσιμες σε άλλους χρήστες μέσω του διαδικτύου. Στο νέο πλαίσιο, οι προσωπικές αυτές πληροφορίες καθίστανται ένα εμπόρευμα που μπορεί να αυξήσει την ορατότητα του στο διαδικτυακό κόσμο[3].

Και ενώ λοιπόν δημιουργούνται ερωτήματα και για τα νομικά όργανα αλλά και για τους ίδιους τους χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με το πώς μπορεί να διαμορφωθεί αυτή η ήδη περίπλοκη έννοια στο νέο αυτό διαδικτυακό περιβάλλον, δύο σημαντικά περιστατικά που συνέβησαν το 2018 ήρθαν να θέσουν μία τομή στην παγκόσμια συζήτηση για την ιδιωτικότητα:

  • Το πρώτο ήταν το σκάνδαλο της Cambridge Analytica, που πήρε μεγάλες διαστάσεις δημοσιότητας, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη χιλιάδων χρηστών προς το Facebook -παρότι δε συνιστούσε το πρώτο σκάναδαλο τέτοιας φύσεως για την εταιρία. Το Μάρτιο του 2018, αποκαλύφθηκε ότι η Βρετανική συμβουλευτική εταιρία είχε συλλέξει τα προσωπικά δεδομένα 87 εκατομμυρίων ανθρώπων από τα προφίλ τους στο Facebook χωρίς τη συγκατάθεσή τους και τα χρησιμοποίησε για σκοπούς πολιτικής διαφήμισης στην προεκλογική καμπάνια του Ντόναλντ Τραμπ. Η ευκολία με την οποία η εταιρία συνέλεξε δεδομένα από τόσα εκατομμύρια ανθρώπους αποδόθηκε στους χαλαρούς περιορισμούς του Facebook[4].
  • Το δεύτερο είναι η εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων της ΕΕ (GDPR), το Μάιο του 2018, που δημιούργησε μια σχετικά μεγαλύτερη συζήτηση για την αξία των προσωπικών δεδομένων. Βασικός πυλώνας του Κανονισμού που έφερε μια τομή στην προστασία των δεδομένων είναι ότι επέκτεινε το δικαίωμα στη λήθη ή «το δικαίωμα της διαγραφής», (άρθρο 17), σύμφωνα με το οποίο το υποκείμενο έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας τη διαγραφή προσωπικών δεδομένων που τον αφορούν  από κάποιο σύστημα. Το GDPR επίσης αναγκάζει πλέον τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να εξασφαλίζουν το υψηλότερο δυνατό επίπεδο προστασίας των προσωπικών δεδομένων των χρηστών ως προεπιλεγμένη ρύθμιση[5].

Το Facebook, ως το πιο δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης στον κόσμο, με 2,5 δισεκατομμύρια μηνιαίως ενεργούς χρήστες,[6] παρέχει μια δωρεάν υπηρεσία στους χρήστες με αντάλλαγμα τη χρήση των δεδομένων τους, τα οποία συλλέγονται και αναλύονται και τα οποία τα μοιράζεται με τρίτα μέρη προκειμένου να δημιουργούνται εξαιρετικά στοχευμένες διαφημίσεις. Έτσι, ενώ το Facebook δε χρεώνει τους χρήστες για πρόσβαση στο μέσο, χρεώνει τους διαφημιστές για την πρόσβαση στα προφίλ χρηστών που δημιουργήθηκαν[7], τα οποία μπορεί να μην περιέχουν το όνομα του χρήστη, αλλά περιέχουν την δημογραφικά χαρακτηριστικά τους και στοιχεία όπως οι πιο πρόσφατες αγορές του. Για παράδειγμα, η πληροφορία που μπορεί να δοθεί στους διαφημιζόμενους είναι ότι μια διαφήμιση την είδε μια γυναίκα ηλικίας 25-34 ετών, η οποία κατοικεί στη Μαδρίτη και της αρέσει η τεχνολογία λογισμικού[8], ώστε να τους βοηθήσει να κατανοήσουν καλύτερα το κοινό τους. Επιβεβαιώνει επίσης ποιες διαφημίσεις στο Facebook οδήγησαν χρήστες στην πραγματοποίηση μιας αγοράς ή σε συναλλαγή με διαφημιζόμενο.

Τα προφίλ αυτά «χτίζονται» από τα στοιχεία που το Facebook εξορρύσει για το χρήστη από όλο το φάσμα της δραστηριότητάς του, με κυριότερο το like[9]. Το like, που πατάμε τόσο εύκολα σε φωτογραφίες, άρθρα ή σελίδες, δεν είναι ουδέτερη ενέργεια, καθώς αποκαλύπτει πολύτιμες πληροφορίες για τις προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντά μας.

Παρότι τα παραπάνω είναι ευρέως γνωστές τακτικές, παρόλο που υπογραμμίστηκαν ακόμη περισσότερο στο νέο πλαίσιο που διαμορφώθηκε από το 2018 και μετά και, καθώς έρευνες που έχουν εκπονηθεί έχουν καταδείξει ότι η διαρκής αυτή συνδεσιμότητα δείχνει πράγματι να ανησυχεί τους χρήστες για την προστασία των δεδομενων τους[10], οι ίδιοι συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τα μέσα και να δημοσιοποιούν τις πληροφορίες τους σε αυτά, γεννώντας το λεγόμενο «παράδοξο της ιδιωτικότητας».

Για ποιους λόγους λοιπόν συνεχίζουν οι χρήστες να μοιράζονται τα προσωπικά τους δεδομένα; Η συμπεριφορά αυτή έχει αποτελέσει σημαντικό αντικείμενο μελετών τα τελευταία 15 χρόνια. Σε γενικές γραμμές, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για σημαντικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, όπως την επαφή με τους φίλους και την οικογένεια, καθώς και την επανασύνδεσή τους με παλιούς γνωστούς[11]. Άλλα βασικά κίνητρα ανιχνεύονται στην ψυχαγωγία[12], την ανάγκη του ανήκειν[13], το ναρκισσισμό[14], την ανάγκη εποπτείας[15], την ενημέρωση και ανταλλαγή πληροφοριών[16], τη μίμηση[17], τον εντυπωσιασμό[18], την ανάγκη αυτο-εκτίμησης[19], την εμπιστοσύνη ότι οι άλλοι δε θα εκμεταλλευτούν τις πληροφορίες που δημοσιεύουμε[20] και τέλος, την ψευδαίσθηση του ελέγχου[21]. O Waldman έχει σχετίσει την κοινοποίηση προσωπικών πληροφοριών και με τη μεγαλειότητα («bigness»), από την άποψη ότι εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο μοιράζονται τις πληροφορίες τους εκεί και «δε γίνεται εκατομμύρια άνθρωποι να έχουν άδικο».

Με βάση τα παραπάνω, υποθέτουμε ότι η ευρύτερη συζήτηση που έχει λάβει χώρα γύρω από  για την ιδιωτικότητα τα τελευταία δύο χρόνια δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστους τους χρήστες του Facebook, οι οποίοι πιθανώς δείχνουν πιο επιφυλακτικοί στις ρυθμίσεις ιδιωτικότητάς τους, σε σύγκριση με την πρώιμη εποχή του μέσου.

Με αυτήν τη λογική, πραγματοποιήθηκε έρευνα στους φοιτητές των πανεπιστημιακών σχολών του νομού Αττικής , αποσκοπώντας να ανιχνευθεί πώς διαχειρίζονται την ιδιωτικότητά τους στο πιο δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Οι φοιτητές επιλέχθηκαν ως μια κοινωνική ομάδα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως το γεγονός ότι είναι νέοι και άρα πιο εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες και τους κινδύνους που αυτές κρύβουν, καθώς και την υπόθεση ότι αποτελούν δυνητικά το μέλλον της επιστημονικής κοινότητας της χώρας.

Προφίλ έρευνας

Η έρευνα στόχευε να εξετάσει πώς οι φοιτητές της Αθήνας -όπου απαντάται και ο μεγαλύτερος πληθυσμός φοιτητών στη χώρα- διαχειρίζονται την ιδιωτικότητά τους στο Facebook ενώ αλληλοεπιδρούν με άλλους χρήστες, δηλαδή αν και πόσο συχνά χρησιμοποιούν ρυθμίσεις απορρήτου, αν περιορίζουν το κοινό τους για συγκεκριμένες δημοσιεύσεις, εάν και για ποιους λόγους δημοσιεύουν τα δεδομένα τους στο Facebook και για ποιους λόγους, εάν και κατά πόσο ανησυχούν για δυνητικούς κινδύνους στην ιδιωτικότητά τους και, τέλος, τι είδους προσωπικές πληροφορίες κοινοποιούν και γιατί, καθώς και ποιες από αυτές θεωρούν ευαίσθητες.

Στην έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από τον Οκτώβριο του 2019 ως τον Ιανουάριο του 2020, πήραν μέρος 372 προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές της Αθήνας ηλικίας 18-26 ετών, προερχόμενοι από όλες τις  Πανεπιστημιακές Σχολές του νομού Αττικής: ΑΣΟΕΕ (2,7%), Γεωπονικό (12,6%), Δυτικής Αττικής (20,2%), ΕΚΠΑ (12,6%), ΕΜΠ (16,4%), Πάντειο (10,5%), ΠΑΠΕΙ (11,3%), Χαροκόπειο (2,7%). Το 11% ήταν μεταπτυχιακοί. Από αυτούς, το 46,5% ήταν άντρες και το 53,5%% γυναίκες.  

Τα κυριότερα ευρήματα

Στοχεύοντας να εξετάσει διαφορετικές πτυχές του τρόπου με τον οποίο οι φοιτητές αντιλαμβάνονται την ιδιωτικότητά τους στο Facebook, η έρευνα διαχωρίστηκε σε πέντε βασικές κατηγορίες:

  • Συχνότητα χρήσης και αναρτήσεων,
  • Οι «φίλοι» στο Facebook,
  • Ρυθμίσεις ιδιωτικότητας,
  • Δημοσιοποίηση δεδομένων στο Facebook και
  • Βασικότερες ανησυχίες περί ιδιωτικότητας στο Facebook.

Συχνότητα χρήσης και αναρτήσεων

Η έρευνα έδειξε ότι οι φοιτητές δεν περνούν πολύ μεγάλο μέρος της ημέρας στο Facebook, εφόσον σχεδόν οι μισοί φοιτητές του δείγματος (45,4%) δήλωσαν πως περνούν λιγότερο από μια ώρα την ημέρα και άλλοι τόσοι (46,2%) ξοδεύουν από 1 έως 3 ώρες σε αυτό. Παράλληλα όμως, η έρευνα έδειξε πως συνδέονται στο δίκτυο πολλές φορές την ημέρα, με το 63,7% να δηλώνει πως συνδέεται στο Facebook τουλάχιστον 4 φορές ανά ημέρα και οι μισοί εξ αυτών παραπάνω από 8 φορές τη μέρα.

Μολαταύτα, η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτώμενων (86,5%) αναρτά κάτι στο Facebook μέχρι 1-2 φορές το μήνα και οι μισοί από αυτούς μόλις 1-2 φορές το χρόνο.

Γράφημα 1: Πόσο συχνά αναρτάτε κάτι στο Facebook;

Τα ευρήματα σχετικά με τη συχνότητα της χρήσης δείχνουν ότι το Facebook παραμένει ένα σημαντικό μέρος της επικοινωνιακής ζωής των νέων με ισχυρή παρουσία στην καθημερινότητά τους, ενώ η χαμηλή συχνότητα αναρτήσεων πιθανώς υποδεικνύει ότι υπάρχει μια στοιχειώδης τάση προστασίας της ιδιωτικής ζωής -τουλάχιστον από την άποψη της ενεργητικής δημοσιοποίησης των προσωπικών δεδομένων- ή ότι οι φοιτητές δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να αναδεικνύουν τη ζωή τους στο Facebook.

Οι «φίλοι» στο Facebook

Ένα σημαντικό μέρος του τρόπου με τον οποίο οι φοιτητές αντιλαμβάνονται την ιδιωτικότητά τους αποτελεί το πόσους «φίλους» έχουν στο Facebook.

Η έρευνα έδειξε ότι το 40,1% των φοιτητών υπό εξέταση έχουν πάνω από 500 φίλους, το οποίο ίσως αποδεικνύει ότι οι ίδιοι δεν αντιλαμβάνονται το Facebook ως ένα δίκτυο μόνο για τους πραγματικούς τους φίλους, αλλά και για ένα ευρύτερο κοινωνικό κύκλο.

Παρόλα’ αυτά και παρά το γεγονός ότι στο Facebook όλες οι επαφές αποκαλούνται «φίλοι», περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές (52,4%) δήλωσαν ότι θεωρούν πραγματικούς φίλους 1-15 άτομα από τη λίστα των Facebook φίλων τους. Ένα ικανό ποσοστό ωστόσο (21,5%) δήλωσε πως θεωρεί φίλους του πάνω από 30 άτομα στο δίκτυο.

Διάγραμμα 2: Πόσους από τους «φίλους» που έχετε στο Facebook, θεωρείτε φίλους στην πραγματική ζωή;

Στο ίδιο πλαίσιο, όταν τους ζητήθηκε να κατηγοριοποιήσουν τους «φίλους» τους στο δίκτυο ανάλογα με το ποια περίοδο της ζωής τους τους γνώρισαν, οι απαντήσεις των φοιτητών έδειξαν πως, κατά μέσο όρο, σχεδόν οι μισοί τους φίλοι προέρχονται μόνο από το σχολείο και το πανεπιστήμιο (45,7%) και μόνο το 4,5% είναι άγνωστοι.

Διάγραμμα 3: Από πού προέρχονται οι φίλοι σας στο Facebook;

Επίσης, μόνο το 8,6% του δείγματος έχει χρησιμοποιήσει την εφαρμογή Find Friends, ενώ παράλληλα, παραπάνω από τα 3/4 των φοιτητών (75,5%) χαρακτήρισαν ως απίθανο ή λίγο πιθανό το να αποδεχθούν αίτημα φιλίας από κάποιον άγνωστο ενώ το 64,5% θεωρεί απίθανο ή λίγο πιθανό το να αποστείλει αίτημα φιλίας σε κάποιον άγνωστο.

Επιπλέον, οι λόγοι για τους οποίους οι φοιτητές μπορεί να δεχτούν αιτήματα φιλίας από άτομα που δε γνωρίζουν είναι κυρίως όταν έχουν κοινούς φίλους με τα άτομα αυτά (27,8%), όταν τους ενδιαφέρουν προσωπικά τα άτομα αυτά (23,1%), όταν ενδιαφέρονται για επαγγελματικούς λόγους (14,4%), όταν είναι μέλη σε κοινές ομάδες (10,9%).

Διάγραμμα 4: Αποδέχεστε αιτήματα φιλίας από αγνώστους όταν…

Αντίστοιχα, οι φοιτητές φαίνεται να στέλνουν αιτήματα σε αγνώστους, κυρίως όταν τους ενδιαφέρουν προσωπικά τα άτομα αυτά (20,6%), όταν έχουν κοινούς φίλους με τα άτομα αυτά (13%) και όταν ενδιαφέρονται για επαγγελματικούς λόγους (13,2%).

Διάγραμμα 5: Στέλνετε αιτήματα φιλίας σε άτομα που δε γνωρίζετε, όταν…

Τα παραπάνω ίσως υποδεικνύουν ότι το Facebook δε συνιστά για τους φοιτητές πλατφόρμα νέων γνωριμιών και σημείο επαφής με αγνώστους, οι οποίοι μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση στα δεδομένα τους, αλλά αυτό αξιοποιείται ως πλατφόρμα διατήρησης του κοινωνικού κεφαλαίου, δηλαδή της διαφύλαξης του δεσμού με κοινωνικές ομάδες που τους περιβάλλουν στο παρόν ή τους περιέβαλαν στο παρελθόν.

Επιπλέον, οι ερωτώμενοι φοιτητές μοιάζουν συνειδητοποιημένοι ως προς το διαχωρισμό σε πραγματικούς φίλους και σε «φίλους» του Facebook, ενώ προτιμούν γενικά να διατηρούν ένα «ασφαλές περιβάλλον» στη διαδικτυακή τους δραστηριότητα. Σημειώνεται ότι το προσωπικό ενδιαφέρον συνιστά ένα σημαντικό κίνητρο και όταν αποδέχονται αιτήματα από αγνώστους (23,1%) και όταν αποστέλλουν αιτήματα σε αγνώστους (20,6%).

Ρυθμίσεις απορρήτου

Σχετικά με τις ρυθμίσεις ιδιωτικότητας, το 66,1% των ερωτώμενων φοιτητών έχουν επιλέξει τη ρύθμιση ιδιωτικότητας «Φίλοι», το 20,7% το «Φίλοι φίλων», το 6,2% «Δημόσιο», δηλαδή ορατό σε όλους, το 3,8% «Περιορισμένο» και μόλις το 3,2% δε γνωρίζουν τι ρύθμιση έχουν στο προφίλ τους. Αυτά αναδεικνύουν ότι, στην πλειοψηφία τους, οι φοιτητές έχουν κάποιας μορφής συνειδητοποίηση ως προς την προστασία της ιδιωτικής τους ζωής.

Διάγραμμα 6: Ποια ρύθμιση ιδιωτικότητας έχετε επιλέξει στο προφίλ σας στο Facebook;

Σχεδόν οι μισοί από τους ερωτώμενους φοιτητές (46,5%) επιλέγουν ως κύρια ρύθμιση ιδιωτικότητας την προσαρμογή του απορρήτου μεμονωμένων δημοσιεύσεων ανάλογα με το κοινό που μπορεί να τις δει, ενώ αρκετοί (34,5%) επιλέγουν συχνά «να μην εμφανίζεται στο χρονολόγιο» κάποια δημοσίευση στην οποία έχουν επισημανθεί. Επομένως, οι νεαροί χρήστες φαίνεται να εκμεταλλεύονται τις επιλογές που προσφέρει το δίκτυο υπέρ της προστασίας της ιδιωτικότητάς τους.

Δημοσιοποίηση δεδομένων στο Facebook

Άλλες επιλογές που «εκμεταλλεύονται», πέρα από τις ρυθμίσεις απορρήτου, είναι μια σχετική επιλεκτικότητα στα δεδομένα που επιτρέπουν να είναι ορατά στους διαδικτυακούς τους φίλους. Τα δεδομένα που μοιράζονται περισσότερο με φθίνουσα σειρά είναι το αντικείμενο των σπουδών τους (17%), οι φωτογραφίες (15,8%), ο τόπος καταγωγής τους (14%) και η ημερομηνία γέννησής τους (13,3%) χωρίς τη χρονολογία. Παράλληλα, αποφεύγουν να δημοσιοποιούν την προσωπική τους κατάσταση (2%), τις θρησκευτικές (0,9%) ή πολιτικές (0,6%) τους απόψεις.

Διάγραμμα 7: Ποια από τα δεδομένα σας μοιράζεστε/ έχετε ορατά στο Facebook;

Αντιστρόφως, όταν τους ζητήθηκε να χαρακτηρίσουν ποια θεωρούν «ευαίσθητα» προσωπικά δεδομένα, εκείνοι επέλεξαν κυρίως την προσωπική τους κατάσταση (14,9%), τις φωτογραφίες (13,9%), τις πολιτικές (13,5%) και θρησκευτικές (11,8%) απόψεις και λιγότερο την καταγωγή (4,5%), τα ενδιαφέροντά τους (4,4%), το επάγγελμα (3,5%) και τις σπουδές τους (2,6%). Οι απαντήσεις αυτές, συγκριτικά με τις προηγούμενες, φανέρωσαν μια τάση των φοιτητών να δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που θεωρούν λιγότερο ευαίσθητες.

Διάγραμμα 8: Ποια δεδομένα σας θεωρείτε ευαίσθητα;

Γίνεται αντιληπτό λοιπόν ότι, σε γενικές γραμμές, οι φοιτητές έχουν συναίσθηση ώστε να διαχωρίζουν και να προστατεύουν τα ευαίσθητα προσωπικά τους δεδομένα έναντι άλλων πληροφοριών. Επιπλέον, κατέχουν γενικότερα στοιχειώδη αντίληψη περί ασφάλειας στο διαδίκτυο, καθώς δε συνηθίζουν να κοινοποιούν το τι κάνουν τη δεδομένη στιγμή (0,6%). 

Έτσι, το μόνο δεδομένο που μοιράζονται, παρότι το θεωρούν ως «ευαίσθητο», είναι οι φωτογραφίες, μία τάση που ίσως μπορεί να δικαιολογηθεί από τα ερεθίσματα που παρέχει η εποχή της εικόνας, από τη φύση του μέσου που στηρίζεται σημαντικά στο οπτικό υλικό, καθώς και από το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι φωτογραφίες στην κατασκευή διαδικτυακής ταυτότητας.

Επίσης, το γεγονός ότι οι σπουδές αποτελούν το πιο σύνηθες «δεδομένο», που οι φοιτητές επιτρέπουν να φαίνεται στους άλλους, επιβεβαιώνει πιθανώς τη χρήση του Facebook ως μέσο εντυπωσιασμού.

Οι χρήστες ρωτήθηκαν επίσης για ποιο λόγο δημοσιεύουν προσωπικές τους πληροφορίες στο Facebook. Οι συχνότερες απαντήσεις ήταν «για κοινωνική διάδραση» (30,7%), για «διασκέδαση» (16,2%) και γιατί είναι ένας τρόπος να εκφράζονται (15,7%).  Άλλα κίνητρα είναι το γεγονός ότι «το κάνουν και οι άλλοι» (11,8%), ότι τους φαίνεται φυσιολογικό (8,7%), ότι τονώνει την αυτοπεποίθησή τους (8,4%), ότι δεν τους ανησυχεί ιδιαίτερα η διαρροή των δεδομένων τους (5,9%) και άλλα (2,6%).

Γίνεται σαφές ότι τα κίνητρα που ωθούν τους φοιτητές να μοιράζονται πληροφορίες τους δε σχετίζονται με την έλλειψη συνειδητοποίησης των φοιτητών ως προς την ιδιωτικότητα, αφού λιγότερο από το 6% δήλωσαν πως μοιράζονται δεδομένα γιατί δεν ανησυχούν ιδιαίτερα για πιθανή διαρροή των δεδομένων τους.

Διάγραμμα 9: Για ποιους λόγους μοιράζεστε τις πληροφορίες σας στο Facebook;

Οι κυριότερες ανησυχίες περί ιδιωτικότητας

Όταν ρωτήθηκαν ποιος κατά τη γνώμη τους έχει την ευθύνη προστασίας των δεδομένων τους στο Facebook, το 53% των φοιτητών δήλωσαν ότι η ευθύνη βαραίνει τους ίδιους, με το 33,3% να θεωρεί αρμόδιο το Facebook και το 9,7% τις αρμόδιες αρχές. Επίσης αρκετοί ερωτώμενοι (4%) απάντησαν από μόνοι τους ότι η ευθύνη είναι όλων.   

Ένα σημαντικό ποσοστό των φοιτητών (34,4%) πιστεύουν ότι έχουν επαρκή έλεγχο των δεδομένων τους στο Facebook, την ώρα όμως που το 87,4% φαίνεται να θεωρεί πως το Facebook δεν τους ενημερώνει επαρκώς σχετικά με πιθανή διαρροή των δεδομένων τους.

Επίσης, το 80,1% των φοιτητών δήλωσε πως δεν έχει αντιμετωπίσει θέματα ασφάλειας σχετικά με τα δεδομένα του κατά την πλοήγησή του στο Facebook και από το 19,9% που έχει αντιμετωπίσει, ακριβώς οι μισοί το έχουν αναφέρει σε κάποιον αρμόδιο (το 63,9% στους διαχειριστές του Facebook).

Οι λόγοι που ήρθαν σε επαφή με κάποιον αρμόδιο ήταν, κατά μέσο όρο, για να αναφέρουν κάποιο ψεύτικο προφίλ που εντόπισαν (30,4%), ανάρμοστες αναρτήσεις (27,8%), διαδικτυακό εκφοβισμό (12,7%), ανάρμοστο περιεχόμενο που άλλος χρήστης ανάρτησε στο δικό τους προφίλ (8,9%), για διαρροή των προσωπικών τους δεδομένων (8,9%), καθώς και για να αναφέρουν ότι κάποιος έφτιαξε νέο προφίλ με τα δικά τους στοιχεία (3,8%) ή άλλους λόγους (7,6%).  

Διάγραμμα 10: Για ποιο λόγο ήρθατε σε επαφή με τους αρμόδιους, αν ήρθατε;

Για να διαπιστωθεί τι απασχολεί περισσότερο τους φοιτητές σχετικά με την ιδιωτικότητά τους, τους ζητήθηκε να προσδιορίσουν το επίπεδο συμφωνίας σχετικά με το βαθμό ανησυχίας για ενδεχόμενους κινδύνους σε αυτήν.

Διάγραμμα 11: Επίπεδο συμφωνίας των ερωτώμενων για την ιδιωτικότητά τους

Τα ευρήματα μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

  • Παραπάνω από τους μισούς συμμετέχοντες νιώθουν ανασφάλεια για τα δεδομένα τους όταν εγκαθιστούν εφαρμογές.
  • Το 74,8% ανησυχούν ότι πιθανώς δεν μπορούν να διαγράψουν μόνιμα τα δεδομένα τους από το Facebook αν το θελήσουν
  • Το 71% εξέφρασαν ανησυχία για το ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθούν τα δεδομένα τους από κάποιον άλλον χωρίς την έγκρισή τους
  • Σχεδόν οι μισοί (46,4%) είπαν πως ανησυχούν «μήπως δημοσιεύσουν μια άποψη στο Facebook και τους ακολουθεί στο μέλλον» και σχεδόν οι μισοί δεν είναι σίγουροι πως οι ιδιωτικές τους συνομιλίες στο Facebook δε θα δημοσιευτούν
  • Τα 2/3 του δείγματος (66,4%) είπαν ότι δεν τους ανησυχεί αν θα προστεθούν με ετικέτα σε μια δημοσίευση
  • Μόνο το 14,4% των φοιτητών εξέφρασαν ανησυχία ότι κάποιος καθηγητής τους μπορεί να μάθει αρνητικά πράγματα για τους ίδιους μέσω Facebook
  • Πάνω από τους μισούς δεν ανησυχούν μήπως κάποιος παρακολουθεί τη ζωή τους
  • Σχεδόν όλοι (90,5%) δήλωσαν πως θα ενοχλούνταν αν κάποιος έπαιρνε μια φωτογραφία από τον προσωπικό τους λογαριασμό και την αναρτούσε κάπου αλλού.

Με βάση τα παραπάνω, μπορεί να υποτεθεί ότι οι φοιτητές διαθέτουν μια γενική αίσθηση των «κινδύνων» που ελλοχεύουν για την ιδιωτικότητα, δε φοβούνται για διαρροή των δεδομένων που πιστεύουν ότι έχουν στον έλεγχό τους, αλλά μάλλον περισσότερο από τις τακτικές του ίδιου του Facebook και δείχνουν συνειδητοποιημένοι ως προς το τι συνιστά παραβίαση της ιδιωτικότητάς τους.

Επηρεάζει το φύλο τη διαχείριση της ιδιωτικότητας στο Facebook;

Η μελέτη αυτή διερεύνησε επιπλέον κατά πόσον βασικές συμπεριφορές των φοιτητών ως προς τη διαχείριση της ιδιωτικότητάς τους στο Facebook συσχετίζονται με το φύλο. Βρέθηκε ότι  το φύλο επηρεάζει αρκετές διαδικτυακές συμπεριφορές των φοιτητών στο Facebook, ενώ άλλες όχι. Συγκεκριμένα, το φύλο σχετίζεται με:

  • τις ώρες που οι φοιτητές περνούν στο Facebook ανά ημέρα: Οι περισσότερες φοιτήτριες του δείγματος απάντησαν ότι περνούν στο Facebook 1-3 ώρες την ημέρα, ενώ οι περισσότεροι φοιτητές είπαν πως περνούν λιγότερο από μία ώρα ανά ημέρα.
  • τη συχνότητα με την οποία συνδέονται στο Facebook ανά ημέρα: Περισσότεροι άντρες φοιτητές συνδέονται στο Facebook παραπάνω από 8 φορές την ημέρα, ενώ οι περισσότερες γυναίκες 4-8 φορές.
  • τη συχνότητα που κάνουν δημοσιεύσεις στο Facebook: Οι περισσότερες γυναίκες απάντησαν ότι αναρτούν κάτι «1-2 φορές το χρόνο» ενώ οι άντρες «1-2 φορές το μήνα».
  • με την ποσότητα των διαδικτυακών «φίλων» που θεωρούν φίλους και στην πραγματική ζωή: Γενικά, οι άντρες δείχνουν μια τάση να θεωρούν ως πραγματικούς φίλους τους περισσότερους διαδικτυακούς φίλους από ό,τι οι γυναίκες, αφού οι περισσότεροι απάντησαν 16-30 άτομα, ενώ οι περισσότερες γυναίκες 6-15.
  • την πιθανότητα να δεχθούν αίτημα φιλίας από αγνώστους: Σχεδόν οι μισές γυναίκες χαρακτήρισαν ως «καθόλου πιθανό» να δεχθούν αίτημα από κάποιον άγνωστο, ενώ οι άντρες φαίνονταν πιο «μοιρασμένοι» στο «καθόλου πιθανό», «λίγο πιθανό» και «ουδέτερο». 
  • την πιθανότητα να ενδιαφέρονται προσωπικά όταν αποδέχονται αίτημα φιλίας από έναν άγνωστο: Λιγότερες γυναίκες (n=60) ήταν θετικές στο ενδεχόμενο αυτό, ενώ οι περισσότεροι άντρες (n=93) ήταν θετικοί.

Διάγραμμα 12. Το προσωπικό ενδιαφέρον ως κίνητρο αποδοχής αιτημάτων φιλίας ανά φύλο

  • την πιθανότητα να δημοσιεύουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις στο Facebook: Περισσότεροι άντρες (n=10) μοιράζονται τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις από ό,τι γυναίκες (n=4).
  • με το αν κοινοποιούν τις πληροφορίες τους «επειδή το κάνουν και οι άλλοι»: Περισσότεροι άντρες (n=38) από ό,τι γυναίκες (=25) μοιράζονται περιεχόμενο μιμούμενοι τους άλλους.

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι τα παραπάνω, σε γενικές γραμμές, αναδεικνύουν τις φοιτήτριες ως πιο «αυστηρές» στην προστασία της ιδιωτικότητάς τους συγκριτικά με τους φοιτητές. Αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι περισσότεροι φοιτητές από ό,τι φοιτήτριες φάνηκαν ευέλικτοι στην πιθανότητα να δεχθούν αιτήματα από αγνώστους, καθώς και να στείλουν αίτημα σε αγνώστους με κίνητρο το προσωπικό ενδιαφέρον.

Επηρεάζει το επίπεδο σπουδών τη διαχείριση της ιδιωτικότητας στο Facebook;

Στην έρευνα συμμετείχε ένα σύνολο 41 μεταπτυχιακών φοιτητών της Αθήνας, συναποτελούμενο από 21 γυναίκες και 20 άντρες. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (2019), κατά το τέλος του ακαδημαϊκού έτους 2017-2018, υπήρχαν 173.837 εγγεγραμμένοι προπτυχιακοί φοιτητές στα πανεπιστήμια της Αθήνας (εκτός του ΠΔΑ), έναντι 22.317 μεταπτυχιακών. Δεδομένης της αναλογίας αυτής, οι 41 μεταπτυχιακοί φοιτητές, έναντι 331 προπτυχιακών φοιτητών, θεωρούνται αντιπροσωπευτικό δείγμα. Η διαχείριση της ιδιωτικότητας φάνηκε να σχετίζεται στο επίπεδο σπουδών με:

  • τις ώρες που οι φοιτητές περνούν στο Facebook: Οι περισσότεροι μεταπτυχιακοί φοιτητές απάντησαν 4-8 ώρες ενώ οι περισσότεροι προπτυχιακοί 1-3 ώρες.
  • την πιθανότητα οι φίλοι τους στο Facebook να προέρχονται από το επαγγελματικό τους περιβάλλον: Ενώ στους προπτυχιακούς φοιτητές τα νούμερα ήταν κάπως μοιρασμένα, η πλειονότητα των μεταπτυχιακών φοιτητών (n=33) απάντησαν πως οι φίλοι τους στο Facebook προέρχονται από το επαγγελματικό τους περιβάλλον. Αυτό προφανώς οφείλεται στο γεγονός ότι περισσότεροι μεταπτυχιακοί φοιτητές συνηθίζουν να εργάζονται από ό,τι προπτυχιακοί.
  • την πιθανότητα να έχουν ακούσει για το σκάνδαλο της Cambridge Analytica: Η πλειοψηφία των μεταπτυχιακών φοιτητών (n=26) αλλά λιγότεροι από τους μισούς προπτυχιακούς του δείγματος (n=137) έχουν ακούσει για το σκάνδαλο.
  • την πιθανότητα να κάνουν checkin από μέρη που επισκέπτονται: Η αναλογία των μεταπτυχιακών που κάνουν check-in (n=5) είναι πολύ μικρότερη από αυτήν των προπτυχιακών φοιτητών που κάνουν check-in (n=102).

Το επίπεδο σπουδών φάνηκε επίσης να επηρεάζει την πιθανότητα οι φοιτητές να έχουν κοινές ασχολίες-ενδιαφέροντα όταν στέλνουν αιτήματα φιλίας σε αγνώστους, να επιλέγουν σε ποιο κοινό θα είναι ορατή κάθε δημοσίευσή τους, να έχουν αντιμετωπίσει θέματα ασφάλειας σχετικά με τα δεδομένα τους κατά την πλοήγησή τους στο Facebook, να αποκαλύπτουν τα προσωπικά τους δεδομένα στο Facebook για κοινωνική διάδραση και να νιώθουν ανασφάλεια που η χρήση των προσωπικών τους δεδομένων είναι στα χέρια των διαχειριστών του Facebook.

Κάποια από τα παραπάνω ευρήματα, όπως το γεγονός ότι παραπάνω από τους μισούς μεταπτυχιακούς φοιτητές ήταν ενημερωμένοι για το σκάνδαλο της Cambridge Analytica ή ότι ένα πολύ μικρό ποσοστό μεταπτυχιακών συνηθίζει να κοινοποιεί την τοποθεσία του συγκριτικά με τους προπτυχιακούς, μας οδηγουν να υποθέσουμε ότι οι μεταπτυχιακοί φοιτητές είναι ίσως λίγο πιο ενημερωμένοι σχετικά με τη διαχείριση της ιδιωτικότητάς τους συγκριτικά με τους προπτυχιακούς.

Συμπεράσματα

Τα ευρήματα της παρούσας έρευνας δείχνουν πως το Facebook διατηρεί μια ισχυρή παρουσία στην καθημερινότητα των φοιτητών της Αθήνας.

Σε γενικές γραμμές, οι απαντήσεις δείχνουν ότι οι φοιτητές προτιμούν να διατηρούν ένα «ασφαλές περιβάλλον» στη διαδικτυακή τους δραστηριότητα, καθώς αντιλαμβάνονται σε σημαντικό βαθμό το διαχωρισμό σε πραγματικούς φίλους και τους «φίλους» του Facebook, ενώ προτιμούν να διατηρούν στη λίστα των διαδικτυακών τους φίλων άτομα που γνωρίζουν. Έτσι, το Facebook δεν αποτελεί για τους ίδιους μέσο νέων γνωριμιών, αλλά μέσο διατήρησης των υπαρχουσών κοινωνικών τους σχέσεων, καθώς και μέσο εντυπωσιασμού όπου μπορούν να «διαφημίσουν» τις σπουδές και τα ενδιαφέροντά τους.

Παρά την εναρμόνισή τους με τη συνδεδεμένη πραγματικότητα, οι ίδιοι δείχνουν επίσης έντονα συνειδητοποιημένοι ως προς το τι συνιστά παραβίαση της ιδιωτικότητάς τους, ως προς τα μέτρα προστασίας της, και τέλος, ως προς το διαχωρισμό των ευαίσθητων και μη προσωπικών δεδομένων τους. Αυτό αποδείχθηκε από το γεγονός ότι οι περισσότεροι κοινοποιούν πληροφορίες που σχετίζονται με το αντικείμενο των σπουδών τους αλλά διαφυλάσσουν τις πιο ευαίσθητες πληροφορίες τους, όπως είναι η προσωπική τους ζωή και τα πολιτικά-θρησκευτικά τους πιστεύω.

Επιπλέον, ακόμη και αν συνειδητοποιούν ότι αποκαλύπτουν τις προσωπικές τους πληροφορίες, αυτό δε φαίνεται να τους δημιουργεί μεγάλη ανασφάλεια. Το εύρημα αυτό ίσως συνδέεται με το γεγονός ότι, γενικά, φαίνεται να δείχνουν περισσότερη εμπιστοσύνη για την προστασία των δεδομένων τους στον εαυτό τους και στους διαδικτυακούς τους φίλους τους -οι οποίοι απαρτίζονται κατά βάση από άτομα που γνωρίζουν- παρά στο ίδιο το Facebook. Γενικά, ενώ έχουν ανεπτυγμένη την άποψη της προσωπικής ευθύνης για την προστασία των δεδομένων τους, δε φοβούνται για διαρροή των δεδομένων που πιστεύουν ότι έχουν στον έλεγχό τους, αλλά, εάν κάτι φοβούνται, αυτό μάλλον είναι οι τακτικές του ίδιου του Facebook.  

Τα βασικά κίνητρα για τα οποία οι φοιτητές επιλέγουν να μοιράζονται προσωπικά στοιχεία παραμένουν, σε εναρμόνιση με προηγούμενες έρευνες, η κοινωνική διάδραση και η διασκέδαση.

Επίσης, η εικόνα διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη σχέση των φοιτητών με το Facebook, καθώς οι φωτογραφίες είναι από τα βασικότερα δεδομένα που μοιράζονται, παρόλο που τις θεωρούν ταυτόχρονα και ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ίσως είναι σε θέση να θυσιάσουν ένα κομμάτι της ιδιωτικότητάς τους ώστε να «επικυρώσουν» την ύπαρξή τους και την κατασκευή τη κοινωνικής τους ταυτότητας στη διαδικτυακή κοινότητα, αλλά είναι συνεπείς, σε γενικές γραμμές, ως προς την προστασία των ευαίσθητων δεδομένων τους. 

Ως προς το φύλο, η έρευνα ανέδειξε τις γυναίκες ως λίγο πιο προσεκτικές ως προς την ιδιωτικότητά τους σε σχέση με τους άντρες. Το ίδιο φάνηκε και για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές σε σχέση με τους προπτυχιακούς, το οποίο πιθανώς σχετίζεται με την ωριμότητα της ηλικίας που επιβάλλει μεγαλύτερη προσοχή στην αυτο-έκθεση.

Σε κάθε περίπτωση, η έρευνα αυτή ανέδειξε μια συνεχή διαδικασία επανακαθορισμού για την ιδιωτικότητα, ως μιας ήδη ρευστής έννοιας. Τα παραπάνω λοιπόν ίσως δε σημαίνουν ότι η ιδιωτικότητα εξασθενεί ως βαρυσήμαντη έννοια στην ελευθερία του ατόμου ενόψει της παγκόσμιας συνδεσιμότητας, αλλά ότι η παγκόσμια αυτή συνδεσιμότητα θέτει τη συζήτηση περί ιδιωτικότητας υπό νέο πρίσμα που χρήζει επανεξέτασης στο νέο επικοινωνιακό περιβάλλον.


Υποσημειώσεις

[1] Brandeis, L.D. and Warren S.D. (1890). The Right to Privacy. Harvard Law Review, 4 (5) / Διαθέσιμο στο: https://www.cs.cornell.edu/~shmat/courses/cs5436/warren-brandeis.pdf [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

[2] Westin, A. F. (1968). Privacy and Freedom, 25 Wash. και LeeL. Rev. 166/ Διαθέσιμο στο: https://scholarlycommons.law.wlu.edu/wlulr/vol25/iss1/20 [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

[3] Papathanassopoulos, S. (2015).  Privacy 2.0. Sage Journals, 1 (1). Διαθέσιμο στο: https://journals.sagepub.com/doi/full/10.1177/2056305115578141 [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020] 

[4] Βλ. Carrie Wong, J. (2019). The Cambridge Analytica scandal changed the world – but it didn’t change Facebook. The Guardian, [online] Διαθέσιμο στο: https://www.theguardian.com/technology/2019/mar/17/the-cambridge-analytica-scandal-changed-the-world-but-it-didnt-change-facebook [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

[5] Calzolaio, S., Pagnanelli, V. (2017). From data protection to «privacy by research» food for thought in the light of the new European General Data Protection Regulation. Journal of Law and Administration. 4:80-91.

[6] Statista (2020) Number of monthly active Facebook users worldwide as of 4th quarter 2019 Διαθέσιμο στο: https://www.statista.com/statistics/264810/number-of-monthly-active-facebook-users-worldwide/ [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

 [7] Hans, G. S. (2012).  Privacy Policies, Terms of Service, and FTC Enforcement: Broadening Unfairness Regulation for a New Era. 19 Mich. Telecomm. και Tech. L. Rev. 163, 164. Διαθέσιμο στο http://repository.law.umich.edu/mttlr/vol19/iss1/5 [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

[8] Facebook (2020) Διαθέσιμο στο https://www.facebook.com/help/152637448140583 [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

[9] Waldman, A. E. (2016). Privacy, Sharing, and Trust: The Facebook Study. 67 Case Western Reserve Law Review 193, 67 (1). Διαθέσιμο στο: https://scholarlycommons.law.case.edu/caselrev/vol67/iss1/10 [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

[10] Έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2019 σε 27.000 Ευρωπαίους έδειξε ότι το 62% των ερωτηθέντων ανησυχεί ότι δεν έχει πλήρη έλεγχο των προσωπικών δεδομένων στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Διαθέσιμο στο https://www.lawspot.gr/nomika-nea/gdpr-ena-hrono-meta-73-ton-eyropaion-ehoyn-akoysei-gia-toylahiston-ena-apo-ta-dikaiomata Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020

[11] Perrin, A. (2018). Americans are changing their relationship with Facebook. Pew Research Center. Διαθέσιμο στο: https://students.mathsnz.com/3.12/pdfs/Article15.pdf [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

[12] Joinson, A. N., C. Paine, T. Buchanan, and U. Reips (2008). Measuring Self-Disclosure Online: Blurring and Non-Response to Sensitive Items in Web-Based Surveys. Computers in Human Behavior, 24 (5), pp. 2158-2171

[13] Mäntymäki, M. and Islam, A.K.M.. (2016). The Janus face of Facebook: Positive and negative sides of social networking site use. Computers in Human Behavior. 61, 14-26. 10.1016/j.chb.2016.02.078./Διαθέσιμο στο: https://www.researchgate.net/publication/297662978_The_Janus_face_of_Facebook_Positive_and_negative_sides_of_social_networking_site_use [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

[14] Mehdizadeh, S. (2010). Self-Presentation 2.0: Narcissism and Self-Esteem on Facebook. Cyberpsychology, Behavior, and Social Networking, Vol. 13, No 4. Διαθέσιμο στο: https://pdfs.semanticscholar.org/1710/71069cb3b58cfe8e38232c25bfa99f1fbdf5.pdf [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

[15] Lyndon, A., Bonds-Raacke, J. and Cratty, A. D. (2011). College Students’ Facebook Stalking of Ex-Partners. Cyberpsychology, Behavior, and Social Networking (14:12), 711-716

[16] Kümpel, A., Karnowski, V. and Keyling, T. (2015). News sharing in social media: A review of current research on news sharing users, content, and networks. Social Media + Society. 1. 10. Διαθέσιμο στο: https://journals.sagepub.com/doi/10.1177/2056305115610141 [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

[17] Acquisti, Α., John L. K. and Loewenstein, G. (2012). The Impact of Relative Standards on the Propensity to Disclose, 49 J. Marketing Res. 160-172

[18] Nadkarni, A. and Hofmann, S. G. (2012). Why Do People Use Facebook? Pers Individ Dif; 52(3): pp. 243–249. Διαθέσιμο στο: https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC3335399/ [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

[19] Stefanone MA, Lackaff D, Rosen D. (2011). Contingencies of Self-Worth and Social-Networking-Site Behavior. Cyberpsychology, Behavior, and Social Networking;14:41–49. https://www.liebertpub.com/doi/abs/10.1089/cyber.2010.0049 [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

[20] Waldman, A. E. (2016). Privacy, Sharing, and Trust: The Facebook Study. 67 Case Western Reserve Law Review 193, 67 (1). Διαθέσιμο στο: https://scholarlycommons.law.case.edu/caselrev/vol67/iss1/10  [Τελευταία πρόσβαση 19/4/2020]

[21] Brandimarte, L., Acquisti, A., Loewenstein, G. and Babcock (2009). Privacy Concerns and Information Disclosure: An Illusion of Control Hypothesis