Οι βαθιά ριζωμένες οικονομικές κρίσεις αποτελούν πρόκληση για την ερευνητική δημοσιογραφία παγκοσμίως

Αχιλλέας Καραδημητρίου & Christian Ruggiero

Το καθήκον των δημοσιογράφων να εκπληρώνουν την αποστολή τους για τη διαφύλαξη της δημοκρατίας και τον έλεγχο της εξουσίας (watchdog role) συναντά εμπόδια κυρίως από το γεγονός ότι σε πολλές χώρες οι πόροι για την εις βάθος δημοσιογραφική έρευνα είναι περιορισμένοι. Επιπλέον, η έλλειψη διαθέσιμων συγκεκριμένων δημοσιογραφικών ομάδων που είναι πλήρως αφοσιωμένες στο εις βάθος ερευνητικό ρεπορτάζ -επακόλουθο της συρρίκνωσης της αίθουσας σύνταξης (newsroom)-, καθώς και η έλλειψη επαρκούς χρόνου, που συνήθως απαιτείται για την κάλυψη μιας ειδησεογραφικής ιστορίας η οποία εντάσσεται στη λεγόμενη ερευνητική δημοσιογραφία, έχουν καταστήσει τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης ως μέσου διαφύλαξης της δημοκρατίας ένα ανέφικτο εγχείρημα. Η πανδημία του CoViD-19 επιτάχυνε αυτήν την αδυναμία.

Αυτό είναι ένα από τα βασικά ευρήματα που προκύπτουν από το ερευνητικό εγχείρημα με τίτλο “Media for Democracy Monitor 2020” research project, που διεξήχθη με την υποστήριξη του Euromedia Research Group σε δεκαοκτώ χώρες[1] κατά το πρώτο μισό του 2020 (www.euromediagroup.org/mdm).

Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις, όπως η Φινλανδία, η Ισλανδία και η Ολλανδία, όπου προτιμώνται ως εναλλακτική λύση οι κατά περίσταση πόροι για θέματα ερευνητικής δημοσιογραφίας. Στην Ολλανδία τα ποιοτικά δημοσιογραφικά θέματα και η ευρύτερη ερευνητική λειτουργία των αιθουσών σύνταξης έχουν ενδυναμωθεί χάρη σε μια καθιερωμένη πολιτική επιδοτήσεων. Επιδοτήσεις που προσανατολίζονται στην ερευνητική δημοσιογραφία χορηγούνται, επίσης, στο Βέλγιο (Φλάνδρα), σε μια αγορά όπου οι πόροι των μέσων ενημέρωσης που προορίζονται για θέματα ερευνητικής δημοσιογραφίας μειώνονται.

Κατά μήκος του Ατλαντικού Ωκεανού, σε χώρες όπως ενδεικτικά η Χιλή, οι μιντιακοί οργανισμοί, λόγω οικονομικών πιέσεων, έχουν περιορίσει ουσιαστικά την παραγωγή ειδησεογραφικών θεμάτων που εντάσσονται στην ερευνητική δημοσιογραφία και ως εκ τούτου έχουν καταφύγει είτε στην αγορά ειδησεογραφικών ιστοριών που βασίζονται στην εις βάθος έρευνα από δημοσιογράφους που ασκούν το επάγγελμα ως ελεύθεροι επαγγελματίες (freelancers), είτε σε αναθέσεις τέτοιων ειδησεογραφικών ιστοριών σε εταιρείες. Το Κέντρο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας στη Χιλή έχει, επίσης, αναπτύξει ένα μοντέλο συλλογής πόρων από το κοινό (crowd-funding) που εφαρμόζεται στη διερεύνηση ειδησεογραφικών θεμάτων υψηλής ποιότητας, ενώ παράλληλα υπάρχει ιστότοπος (https://interferencia.cl/) που διεξάγει ερευνητική δημοσιογραφία με τη βοήθεια μακροπρόθεσμων συνδρομών.

Μεταξύ των χωρών που φαίνεται να διατηρούν τη δέσμευσή τους για κάλυψη θεμάτων ερευνητικής δημοσιογραφίας είναι η Σουηδία, η Δανία και η Βρετανία. Στη Σουηδία ένα 10% των πόρων των ιδιωτικών μιντιακών οργανισμών εθνικής εμβέλειας προσφέρεται σε εγχειρήματα ερευνητικής δημοσιογραφίας, σε αντίθεση με τα περιφερειακά ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης που φαίνεται να μην μπορούν να συμβαδίσουν με αυτήν την τάση.

Στη Δανία η καλά χρηματοδοτούμενη ερευνητική δημοσιογραφία έχει προτεραιότητα στα περισσότερα κορυφαία μέσα ενημέρωσης μέσω της ύπαρξης και λειτουργίας συγκεκριμένων ομάδων εργασίας και ειδικών γραφείων για την ερευνητική δημοσιογραφία.

Στην περίπτωση της Βρετανίας, παρόλο που η παράδοση της εις βάθος ερευνητικής δημοσιογραφίας έχει επηρεαστεί αρνητικά από τις οικονομικές πιέσεις (στο πεδίο των ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης), ιδίως στο πλαίσιο του τοπικού και περιφερειακού Τύπου, η παραγωγή σημαντικών θεμάτων ερευνητικής δημοσιογραφίας από ιδιωτικούς οργανισμούς ειδήσεων παραμένει μια δυναμική και ενεργή διαδικασία.

Στην Αυστραλία, παρόλο που οι σχετιζόμενες με την ερευνητική δημοσιογραφία επενδύσεις έχουν μειωθεί και οι συνθήκες είναι λιγότερο ευνοϊκές, τα μέσα ενημέρωσης, και ιδίως ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας, εξακολουθεί να είναι αφοσιωμένα στην ερευνητική δημοσιογραφία.

Σε ορισμένες χώρες, όπως η Φινλανδία, όπου ο ρόλος της δημοσιογραφίας ως προς τη διαφύλαξη της δημοκρατίας και τον έλεγχο της εξουσίας (watchdog role) γίνεται δυσκολότερος λόγω περιορισμένων πόρων, σημαντική εξαίρεση αποτελούν τα μέσα δημόσιας υπηρεσίας, τα οποία αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για την εξισορρόπηση του ελλείμματος ερευνητικής δημοσιογραφίας. Εκεί, ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, ο YLE, φιλοξενεί μια συγκεκριμένη ομάδα που ασχολείται αποκλειστικά με την ερευνητική δημοσιογραφία.

Συμπερασματικά, η ύπαρξη ειδησεογραφικών θεμάτων ερευνητικής δημοσιογραφίας είναι συνάρτηση της οικονομικής ευρωστίας που χαρακτηρίζει τους οργανισμούς των μέσων ενημέρωσης σε εθνικό επίπεδο. Όπου η οικονομική επιβίωση των μέσων ενημέρωσης προβάλλει ως κύρια προτεραιότητα ή επείγουσα ανάγκη, η δημοσιογραφική έρευνα επί του παρόντος βρίσκεται σε ύφεση, ενώ όπου η οικονομική κατάσταση των μιντιακών οργανισμών είναι εξασφαλισμένη η ερευνητική δημοσιογραφία είναι ηχηρή. Σε ορισμένες χώρες πάντως, σε περιόδους οικονομικών κρίσεων, οι στοχευμένες δημόσιες επιδοτήσεις αποδεικνύονται εμπράκτως άκρως αποτελεσματικές.

………….

Για περαιτέρω πληροφορίες απευθυνθείτε:

  • στον Καθηγητή του Πανεπιστημίου του Σάλτσμπουργκ JosefTrappel (josef.trappel@sbg.ac.at) ή/και
  • στον Καθηγητή του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών Στέλιο Παπαθανασόπουλο (spapath@media.uoa.gr)  ή/και
  • στον Δρ Αχιλλέα Καραδημητρίου, διδάσκοντα του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών (akradim@media.uoa.gr), ή/και
  • στον Αναπληρωτή Καθηγητή στο Sapienza University of Rome Christian Ruggiero (christian.ruggiero@uniroma1.it)

Το πλήρες κείμενο της πρώτης έκθεσης με πληροφορίες ανά χώρα είναι διαθέσιμο ΕΔΩ

Το Media for Democracy Monitor 2020 (MDM) είναι ένα διαχρονικό ερευνητικό έργο για τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης σε σχέση με τη δημοκρατία. Το 2011, ερευνητές από το πεδίο της επικοινωνίας και πολιτικοί επιστήμονες από 10 χώρες παρουσίασαν μια επικαιροποιημένη έκθεση, βασισμένη σε σχετικές μεταβλητές που διερευνήθηκαν από εθνικούς εμπειρογνώμονες. Τα αποτελέσματα έχουν δημοσιευτεί από τον εκδοτικό οίκο Nordicom (βιβλίο ελεύθερης/ανοικτής πρόσβασης), καθώς και στον ιστότοπο της ερευνητικής ομάδας του Euromedia Research Group. Το 2020, εμπειρογνώμονες από 18 χώρες εφάρμοσαν τις μεταβλητές του ερευνητικού έργου MDM στο εθνικό τους επικοινωνιακό πεδίο, παρέχοντας πληροφορίες για την ανάπτυξη της απόδοσης των μέσων ενημέρωσης σε σχέση με τη δημοκρατία κατά τη δεκαετία της ψηφιοποίησης των μέσων (2010 έως 2019). Τα πλήρη αποτελέσματα θα δημοσιευθούν στις αρχές του 2021. Το ερευνητικό πρόγραμμα υποστηρίζεται από Το Ταμείο Ολλανδικής Δημοσιογραφίας.

Το Euromedia Research Group είναι ο ακαδημαϊκός φορέας που φιλοξενεί το ερευνητικό έργο Media for Democracy Monitor 2020 (MDM), το οποίο συντονίζει και διαχειρίζεται ο Josef Trappel (josef.trappel@sbg.ac.at), καθηγητής Πολιτικής και Οικονομικών των Μέσων Ενημέρωσης (Media Policy and Media Economics) στο Πανεπιστήμιο του Σάλτσμπουργκ.


[1] Οι συμμετέχουσες χώρες στο ερευνητικό πρόγραμμα με τίτλο «Media for Democracy Monitor 2020» είναι οι εξής: Αυστραλία, Αυστρία, Βέλγιο (Φλάνδρα), Καναδάς, Χιλή, Δανία, Φινλανδία, Γερμανία, Ελλάδα, Χονγκ Κονγκ, Ισλανδία, Ιταλία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Νότια Κορέα, Σουηδία, Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο.